Feeds:
Posts
Comments

Archive for the ‘Ελληνικά’ Category

Ποιότητα ΠΑΝΤΟΥ!

Read Full Post »

Ένα απόσπασμα από το έκτο κεφάλαιο της Πριγκηπέσσας Ιζαμπώς:

Άναψαν το λυχνάρι, σφάλισαν την πόρτα, κ’εκεί, μέσα στο στάβλο, έγιναν οι τελευταίες ετοιμασίες.Ο Ιλαρίωνος είταν αγουροξυπνημένος και χασμουριόταν. Έτσι που κάθησε στη γωνιά, ως που να συγυριστούνε, τον πήρε ο ύπνος γερμένον πάνω στο φάρσωμα. Το ροχαλητό του τράνταξε την παράγκα ίσαμε την ώρα που είχε πια φωτίσει καλά έξω, κι ο Σγουρός ντυμένος με το ράσο του, το κεφάλι μπουμπουλωμένο, φόρτωνε πάνω στη μούλα τα πράματά του τυλιγμένα σε σκουτιά. Ένα κοντό ρωμέϊκο σπαθί, το λωρίκι, τα τσαγγία του και το σωκάρδι με το ταμπάρο.

Καβακίλεψε τη μούλα και ξεκίνησαν κ’ οι τρείς.

Πίσω από το θεόρατο μαύρο βράχο, ο ουρανός ερρόδιζε. Σύννεφα μελανά κι άλλα σταχτοκίτρινα τρέχανε στον ουρανό — η θάλασσα κάτω, μαβιά μ’ασημωτά λέπια αικίνητα, ανάβραζα, έτρεχε καταπάνω στη στεριά και την κοπανούσε άγρια, μανιασμένη. Κάτι είπε ο Ιλαρίωνος, όμως ο άνεμος πήρε τα λόγια του, τα σκόρπισε πέρα. Η βάγια πορευότανε με σκυμμένο κεφάλι, πένθιμη και βουβή.

Όταν το πρωτοδιάβασα, σταμάτησα σ’αυτή τη λεπτομέρεια, εκεί πού ο Ιλαρίωνας κάτι λεει που μήτε ο Σγουρός μήτε ο συγγραφέας δεν άκουσε. Με εντυπωσίασε η λεπτότητα του Άγγελου Τερζάκη, η παρατηρητικότητά του κι αυτό που ο Calvino αποκάλεσε ελαφρότητα. Μια μικρή λεπτομέρεια, καθόλου απαραίτητη, αλλά για μένα αξέχαστη. Στα γραπτά μου θάθελα να βρίσκονται τέτοιες λεπτομέρεις. Μ’αρέσει πως ακρίβως σ’αυτήν την εύστοχη παρατήρηση ο συγγραφέας δε προλαβαίνει να ακούσει τι είπε ο Ιλαρίωνας. Η εικόνα όμως είναι ζωντανή.

Είναι στιγμές που διαβάζω και θαυμάζω τις επιλογές ενός συγγραφέα — όπως την επιλογή του Τολστόι, παραδείγματος χάριν, να μας παρουσιάσει το πώς ερωτεύονται η Άννα Καρένινα και ο Βρόνσκι όπως το βλέπει η Κάτια κι όχι ο παντογνώστης αφηγητής — και νιώθω πως μαθαίνω ο ίδιος πώς να γράφω. Η λογοτέχνια είναι σχολή των συγγραφέων. Μπορεί αυτό να φαίνεται αυτονόητο, αλλά συχνά απορώ αν υπάρχει σχολή πεζού λόγου στην Ελλάδα. Καλοί συγγραφείς σίγουρα υπάρχουν, αλλά στους περισσότερους κυριαρχεί — πώς να το πω; — μια χαλαρότητα, μια νωθρότητα, και μια αυταρέσκει που δεν τους επιτρέπει να κοπιάζουν και να πετύχουν τέτοιες λεπτομέρειες όπως ο Τερζάκης. Μου φαίνεται πως δεν υπάρχουν επιμελητές που ξέρουν ή τολμούν να πουν ότι ένα βιβλίο ακόμα θέλει δουλειά πριν το εκδώσουν.

Επαναλαμβάνω πως υπάρχουν καλοί συγγραφείς. Πέρσι, για παράδειγμα, διάβασα της Σώτης Τριανταφύλλου τη Φυγη και το θαύμασα. Ειδικά το πρώτο κεφάλαιο, όπου γίνεται σκηνογραφία με πολλή λιτότητα. Ο Θανάσης Βαλτινός επίσης δείχνει μια σπάνια οικονομία του λόγου. Και τονίζω πως οι αδεξιότητές μου στην ελληνική γλώσσα δεν με εμποδίζουν να ασκήσω κριτική.

Είχα σκεφτεί να γράψω γι’αυτό το θέμα όταν άρχισα να διαβάσω Τις Τελευταίες Ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη από τον Φίλιππο Φιλίππου. Δεν κατάφερα ποτέ να το τελειώσω όμως. Ο Φιλίππου μ’εκνευρίζει κάθε φορά που το ανοίγω το βιβλίο.

Στο μυθιστόρημα ο Ιταλός φουτουριστής ποιητής Φίλιππο Τομμάζο Μαρινέττι επισκέπτεται τον Καβάφη στο σπίτι του. Είναι το 1933, μετά την τραχειοτομία του Έλληνα.

Φορούσε κάτι καφετιά δερμάτινα γάντια πολύ λεπτά και αρκετά ζαρωμένα από την πολυκαιρία (φοβόταν πάντα τα μικρόβια που έχονταν απ’έξω με φορέα το σώμα των επισκεπτών του). Η απώλεια της φωνής του τον υποχρέωσε να μη με προσφωνήσει με το κλασικό “Χαίρε, φίλε!”, όπως συνήθιζε να κάνει παλιά. Με καλωσόρισε μ’ένα νόημα των ματιών του, εκείνων των υπέροχων μαύρων ματιών, των πονηρών και διεισδυτικών ταυτόχρονα. Η γλυκύτητα που ήταν περιχυμένη στο κάτω μέρος του προσώπου του, γύρω από το στόμα και το πιγούνι, έδειχνε πως ο χρόνος που είχει περάσει από τότε που είχα να τον δω δεν είχε αμβλύνει την καλή του διάθεση επέναντί μου.Δεν περίμενα, βεβαίως, να μου μιλήσει, αφού η κυρία Σεγκοπούλου με είχε προετοιμάσει για το τι επρόκειτο να δω. Εξακολουθούσε να είναι ένας λεπτός ηλικιωμένος κύριος, αστός οπωσδήποτε, με στόφα ξεπεσμένου αριστοκράτη. Φορούσε ένα σκούρο κασκόλ για να κρύβει την πληγή στο λαιμό και τα ίδια γυαλιά με τον ασημένιο σκελετό. Τα πυκνά του μαλλιά, που τώρα είχαν αραιώσει ελαφρώς, τα είχε, όπως πάντα, χωρίστρα — καμιά τρίχα δεν ξέφευγε ούτε προς τ’αριστερά ούτε προς τα δεξιά και, κυρίως, καμιά δεν καβαλίκευε τ’αυτιά του. Αναρωτιόμουν αν φρόντιζε ο ίδιος για την κόμμωσή του, με χτένες, τσατσάρες και βούρτσες, ή αν ήταν η ερίτιμος κυρία που εκτελούσε χρέη γραμματέως εκείνη που έκανε τις επεμβάσεις στην εμφάνισή του. Δε ρώτησα, φυσικά, κανέναν γι’αυτό το ζήτημα, είχαμε άλλα θέματα να θίξουμε.

Ο Φιλίππου είναι συγγραφέας του επίθετου. Σ’αυτό το απόσπασμα μόνο, υπάρχουν 18 επίθετα και 12 επιρρήματα. (Κι ο Τερζάκης τα χρησιμοποιεί, αλλά μ’εντελώς διαφορετικό τρόπο, και για διαφορετικό σκοπό. Ο Τερζάκης δε μας λεει ότι ο Ιλαρίωνας είναι τεμπέλης. Μας δείχνει πως κοιμάται την ώρα που φορτώνει ο Σγουρός τη μούλα.) Ο Φιλίππου δηλαδή δείχνει εμπιστοσύνη στα επίθετα και ζητάει από αυτά να κάνουν τη περισσότερη δουλειά. Αρκει να μας πει ότι η κυρία Σεγκοπούλου είναι “ευγενική” (σε άλλη σελίδα) και “ερίτιμος”. Δε νιώθει την ανάγκη να μας δείξει πώς συμπεριφέρεται μια ευγενική και ερίτιμος κυρία. Αυτή είναι η αυταρέσκεια, άρνηση του συγγραφέα να κοπιάσει να στήσει σκήνη όπως κατάφερε ο Τερζάκης.

Το άλλο μεγάλο ελάττωμα του Φιλίππου και πολλών άλλων συγγραφέων είναι η περιττολογία. Τη στιγμή που μας έχει πει για τη τραχειοτομία του Καβάφη, δε χρειάζεται να μας πει ότι “η απώλεια της φωνής του τον υποχρέωσε να μη με προσφωνήσει με το κλασικό ‘Χαίρε, φίλε!’, όπως συνήθιζε να κάνει παλιά.” Μάλιστα, αργότερα γράφει “Τον είδα να προσπαθεί να μ’ευχαριστήσει με λέξεις, αλλά δεν τα κατάφερε πάλι, το στόμα του ανοιγόκλεινε χωρίς να βγάζει ήχους.” Ο συγγραφέας δε χρειάζεται να μας υπενθυμίσει ότι ο Καβάφης δε μπορεί πια να μιλήσει. Οι δυο ποιητές επικοινωνούν συνεχώς με σημειώματα.

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε μια μαύρη γάτα που ακολουθούσε έναν πλανόδιο ψαρά με λερωμένο κόκκινο φέσι νιαουρίζοντας θρηνητικά: νιάου νιάου νιάου. (σελ. 40)

Δε μας φτάνει το “νιαουρίζοντας”; Κατάλαβα πως του Μαρινέττι του άρεσε η ηχομιμητική, αλλά μετά από λίγο είναι πολύ κουραστικό.

Κάποια στιγμή από μακριά έφτασε ένα βουητό, μια βροντή, μπρουουουμ, και ύστερα μια δεύτερη, παρατεταμένη, μπρουουουμ, μπρουουουμ. (σελ. 72)Ταυτόχρονα η γάτα έβγαλε ένα παραπονεμένο ννννιάαααουου, λες και έδινε ένα σήμα κινδύνου για το αφεντικό της. (σελ. 73)

Ακριβώς την ώρα εκείνη ακούστηκαν οι πρώτες σταγόνες της βροχής που έπεφταν πλαγίως στα ξύλινα παραθυρόφυλλα, σιγανά στην αρχή, δυνατότερα στη συνέχεια, τζιτζι, τζιτζιτζι, τζιτζιτζιτζι, τζιτζιτζιτζιτζιτζιτζιτζι. (σελ. 74)

Φανερά ευτυχής για τη χαρμόσυνη είδηση που του κόμισα, ο Καβάφης μισόκλεισε τα μάτια και θώπευσε λίγο σκληρά την γκρίζα γάτα, που άνοιξε το στόμα της και παραπονέθηκε, νιάου νιάου νιάου νιάου. (σελ. 85)

Οι μαύρες χάντρες στα δάχτυλα του Καβάφη δεν έκαναν κλακ κλακ κλακ, αλλά κρικ κρικ κρικ, ήταν ΄χιοι που με συνεπήραν, καθόλου μελωδικοί, βεβαίως, αλλά εντελώς πρωτότυποι, βάλσαμοι για την ακοή μου. (σελ. 86)

Πεινούσα όμως φοβερά λόγω της καθυστέρησης του σερβιρίσματος (η κοιλιά μου διαμαρτυρόταν απρεπώς, γουρ γουρ γουρ!) και περίμενα ν’αρχίσει πρώτος να τσιμπολογάει. (σελ. 94)

Οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν σ’εκείνο το δωμάτιο ήταν οι θόρυβοι των κουταλιών και των πιρουνιών στα πιάτα, ντιν ντιν ντιν, ο ήχος των χειλιών μας όταν εκείνα τα μεταλλικά αντικείμενα απόθεταν τις τροφές στο στόμα μας, φς φς φς, και το γουργουρητό της κοιλιάς της γάτας, γουρ γουρ γουρ. Μερικές φορές — λίγες όμως — ακουγόταν και ο θόρυβος της μύτης του ποιητή, χρ χρ χρ, καθώς προσπαθούσε να καταπιεί. (σελ. 96)

Δεν άντεξα άλλο. Δε μ’ενδιαφέρει αν έγραφει έτσι ο Μαρινέττι. Το ότι έγραφε έτσι δεν το κάνει λιγότερο εκνευριστικό.

Φέτος αγόρασα το μυθιστόρημα του Τάσου Ρούσσου Αυτός στο πέτρινο σπίτι, το οποίο, αν θυμάμαι καλά, πήρε και το κρατικό βραβείο. Το βιογραφικό του Ρούσσου με εντυπωσίασε: περίπου 20 βιβλία, ποίηση και πεζογραφία, και πολλές μετφράσεις. Αν όμως ο Φιλίππου μου προκάλεσε εκνευρισμό, το τι βρήκα στου Ρούσσου το βιβλίο μου προκάλεσε οργή.

Τα αμαρτήματα ξεκινάν μόλις στην τρίτη σελίδα (σελ. 14):

“Να δεις που θα βρέξει”, είπε ο δάσκαλος πίνοντας λίγο απ’τον καφέ του.

Πώς γίνεται να μιλάει και να πίνει κάποιος ταυτόχρονα;

“Όχι ακόμη. Σε λίγες μέρες, όταν θ’αρχίσουν οι νοτιάδες. Αλλά, ό,τι και να γίνει, θα ζεστάνει κι ο καιρός. Μπαίνουμε στην άνοιξη πια”, τον διόρθωσε ο θεολόγος.

Είναι προφανές ότι τον διόρθωσε ο θεολόγος. Δε χρειάζεται να μας το πει.

Ύστερα η συζήτηση πήγε σε πολλά και διάφορα, για να καταλήξει στο μοναδικό θέμα που από το περασμένο φθινόπωρο κέντριζε την σκέψη και την φαντασία όλων: στον ένοικο του πέτρινου σπιτιού.”Είναι σαν πραγματικός ερημίτης”, είπε ο θεολόγος, “κι οι περισσότεροι ερημίτες βρισκονται κοντά στην αγιότητα ή καταλήγουν αργά ή γρήγορα σ’αυτήν”.

Ο δικηγόρος χαμογέλασε:

“Σε παρακαλώ, μην περιορίζεις το θέμα”.

“Γιατί το περιορίζω;”

“Γιατί το πας αμέσως σε θρησκευτικές περιοχές”.

“Δεν το πηγαίνω εγώ, μόνο του πηγαίνει”.

“Ας μιλήσουμε πρώτα γενικά για το θέμα κι αν η κουβέντα το οδηγήσει στην θρησκευτική του εκδοχή, τότε το αναλύουμε”.

Ο θεολόγος επέμεινε:

“Είπα την άποψή μου. Περιμένω ν’ακούσω τις δικές σας”.

Επέμεινε. Πάλι προφανές. Οι πράξεις και τα λόγια τους αρκούν.

“Η αγιότητα προϋποθέτει αγνότητα, κι αυτός βέβαια δεν έιναι και τόσο αγνός”, σχολίασε ουδέτερα ο συνταξιούχος.

Δε χρειάζεται το “σχολίασε” — πάλι προφανές είναι. Αλλά πώς “ουδέτερα”; Δε μου λεει τίποτα το επίρρημα. Δε δημιουργεί καμία είκονα στο μυαλό.

“Πώς μπορείς να το ξέρεις αυτό;” ρώτησε ο δάσκαλος.

Πάλι, αφού υπάρχει ερωτηματικό, είναι προφανές ότι ρώτησε. Φτάνει το “είπε”.

“Δεν το ξέρω, το συμπεραίνω. Είναι πενηντάρης, κι όπως λεει ο κόσμος, πλούσιος και κοσμογυρισμένος. Έχει ζήσει δηλαδή την ζωή του στα γεμάτα”.”Και πήγε στην άγρια ερημιά για ποιο λόγο;” παρενέβη ο Αργύρης Δομέστιχος.

Δε βλέπω καμία παρέμβαση. Ο Ρούσσος μάλλον δε βλέπει λόγο να μας δείξει παρέμβαση. Είναι συγγραφέας ο κύριος, και ό,τι πει δεν αμφιβάλλεται.

“Υπάρχουν ένα σωρό αιτίες”, απάντησε ο Βαλμάς. “Ας πούμε ότι είναι εκκεντρικός ή ότι θέλει να ξεπεράσει κάποια μεγάλη απογοήτευση ή ότι βαρέθηκε την ζωή που έκανε ως τώρα ή ότι ξαφνικά του αρέσει η μοναξιά και τα λοιπά”.”Ή ότι ξύπνησε ξαφνικά μέσα του ο Θεός”, συμπλήρωσε ο Γιάννης Ιωακείμ.

Προφανές και περιττό το “συμπλήρωσε”.

“Να μην περιπλακούμε τώρα σε εικασίες που δεν οδηγούν πουθενά”, μπήκε στη μέση ο Δημήτρης Αποστόλου. “Δεν έχουμε γεγονότα για να κρίνουμε βάσει αυτών”.”Αλλά τι έχουμε δηλαδή;” έκανε με αφέλεια ο δάσκαλος.

Πώς; Αυτή η αφέλεια δεν αξίζει τη προσοχή μας; Δεν θάπρεπε ο Ρούσσος να μας δώσει μια εικόνα, να μας δείξει την αφέλεια; Γιατί να αρκεί μόνο να μας λεει ότι υπάρχει;

“Αυτά που λεει ο κόσμος όλο τον χειμώνα, τις διαδόσεις για παράξενα κι απίστευτα περιστατικά που τον αφορούν. Μπορούμε όμως να βασιστούμε σε υπερβολές και σε φαντασιώδεις φήμες;””Όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά”, απάντησε ο δάσκαλος λίγο αφηρημένος, με το μυαλό του αλλού. Θυμήθηκε ότι δεν τάισε το αγαπημένο του καναρίνι το μεσημέρι.

Αν τυχόν δε καταλάβαμε τι σημαίνει “λίγο αφηρημένος”, μας το εξηγεί με το απόλυτα περιττό “με το μυαλό του αλλού”. Και αφού μας δείχνει πού είναι το μυαλό του (στο καναρίνι του) δε χρειάστηκε να μας πει ούτε μια φορά πως ήταν αλλού.

Ο συνταξιούχος τον κοίταξε:”Ωραία. Ας πάρουμε αυτές τις διαδόσεις ως πιθανές αλήθειες. Τι μας λένε; Ότι αυτός ο άνθρωπος διαθέτει κάποιο είδος δύναμης”.

“Αυτό ήθελα να πω κι εγώ προηγουμένως, αλλά δεν πρόλαβα, δεν μ’αφήσατε να ολοκληρώσω τον συλλογισμό μου”.

“Τι ήθελες να πεις ακριβώς;” τον ρώτησε ο δικηγόρος ειρωνικά.

Ό,τι είπα για το “με αφέλεια” ισχύει κι εδώ. Πώς ειρωνικά; Γιατί ειρωνικά; Θέλω μια εικόνα.

“Θά έλεγα ότι αγιότητα προϋποθέτει αγνότητα κι αυτή με την σειρά της παράγει δύναμη. Φαίνεται απ’όσα λεει ο κόσμος, ότι αυτός στο πέτρινο σπίτι έχει κάποια δύναμη”.”Δεν μπορούμε ωστόσο να τον πούμε ερημίτη ή ό,τι άλλο σχετικό”, διαφώνησε ο Βαλμάς.

Προφανές. Περιττό.

“Με λίγους μήνες στην ερημιά δεν γίνεται κανείς ασκητής, δηλαδή δεν αποκτά ιδιότητες σαν αυτές που του αποδίδουν”.”Όταν είσαι συνεχώς μόνος μέσα στην φύση, αρχίζεις και την προσέχεις, την ακούς, την καταλαβαίνεις, κατανοείς πολύ καλύτερα τον κόσμο”, είπε ο θεολόγος.

“Αυτό δεν σε προικίζει απαραίτητα με δύναμη. Δηλαδή αν πήγαινες κι εσύ εκεί πάνω στην ερημιά και καθόσουν μερικούς μήνες, θα γινόσουν ερημίτης και θ’αποκτούσες δύναμη;”

“Δεν ξέρω, μπορεί”, απάντησε ο Δομέστιχος με ύφος παράξενο.

Πώς; Γιατί; Πιο συγκεκριμένα;

Ο δικηγόρος τον κοίταξε και περιορίστηκε να κουνήσει το κεφάλι του διφορούμενα.

Τα καταραμένα επιρρήματα! Πώς διαφορούμενα; Ναι ή όχι δηλαδή; Και τα δυο; Πρέπει ο συγγραφέας να περιγράψει πώς κουνάει κάποιος το κεφάλι. Αν δεν αξίζει το κόπο, δεν υπάρχει λόγος να εφιστεί την προσοχή μας στο γεγονός.

“Το θέμα της συζήτησής μας δεν είναι αυτό, αλλά τι άνθρωπος είναι αυτός εκεί πάνω”, μπήκε στην μέση ο Αποστόλου.”Μα πρόκειται για άνθρωπο ή …” αναρωτήθηκε ο δάσκαλος χαμογελώντας σαρδόνια. “Εγώ δεν είμαι και πολύ βέβαιος με τόσα που λέγονται γι’αυτόν”.

Όλοι γέλασαν, εκτός από τον συνταξιούχο, που κοίταξε προς το μέρος του σαν ξαφνιασμένος και σχολίασε:

Σαν; Είναι ή δεν είναι ξαφνιασμένος; Γιατί ο αφηγητής, που άλλωστε ξέρει τις σκέψεις του ενός για το καναρίνι του, δε μπορεί να μας πει εδώ κάτι τόσο απλό;

“Έχεις απρόσμενο χιούμορ, Γιάννη, αλλά τώρα μιλάμε σοβαρά”.Επικράτησε για λίγο σιωπή αμηχανίας. Ο δάσκαλος άναψε τσιγάρο. Ο νους του πήγε πάλι στο καναρίνι του. Δεν πιστεύω να πάθει τίποτα νηστικό τόσες ώρες, σκεφτηκε ανήσυχος.

Εκείνη την στιγμή άνοιξε τρίζοντας — πάντα έτριζε — η πόρτα του καφενείου και μπήκε ένας άγνωστος με φωτεινά μάτια, λιγνός, γύρω στα πενήντα. Χωρίς να χαιρετήσει κανέναν, πήγε και κάθισε στο τραπεζάκι της γωνιάς και παράγγειλε ένα ζεστό τσάι. Και οι τέσσερις της συντροφιάς τον παρακολούθησαν σιωπηλοί και με κάποια ανεξήγητη ανησυχία. Ο ξένος σού δημιουργούσε μια φευγαλέα αίσθηση μυστηρίου.

Όχι για τους αναγνώστες πάντως. Αλλά, αν τη δημιουργούσε, είναι λογικό να πούμε ότι η ανησυχία είναι ανεξήγητη;

Σώπασε κι έπειτα στράφηκε στον δάσκαλο, που βρισκόταν στην άκρη της συντροφιας.”Μην ανησυχείς, το καναρίνι σου είναι καλά”, του είπε με αδιόρατη ειρωνεία.

Αδιόρατη ειρωνεία;! Μα τι είναι αυτή; Πώς να τη φανταστώ;

Ως εδώ πια! Ο συγγραφέας μας προσβάλλει. Είτε μας λεει αυτά που είναι αυτονόητα, είτε μας βάζει σε θέση να φανταστούμε μόνοι μας αυτά που βαριέται ο ίδιος να μας περιγράψει. Σαν αναγνώστης είμαι έτοιμος να δώσω προσοχή, αλλά πρέπει και ο συγγραφέας να μπει στο κόπο και να γράψει.

Read Full Post »

ΥΓ

Ένα μελαγχολικό υστερόγραφο.

Read Full Post »

Βράδυ Παρασκευή, πηγαίναμε με τη Ν. να φάμε στη Φωκίωνος Νέγρη, κι όπως περνάγαμε τη Σπετσών, θυμήθηκα ότι το σπίτι του Νίκου Γκάτσου βρισκόταν εκεί, στο 101. Την έπεισα να πάμε λίγο πιο πάνω να το δω. Μικρό προσκύνημα, ας πούμε.

Τα παλιά τα σπίτια τα κλεισμένα
πάντα κρύβουν κάτι και για μένα,
πράγματα γνωστά, πράγματα πιστά,
πράγματα ζεστά κι αγαπημένα,
πράγματα γνώστα, πράγματα πιστά,
πράγματα ζεστά, λησμονημένα.

Μονοκατοικία είναι, μιά απ’ τις λίγες που έχουν απομείνει στην Κυψέλη. Το βρήκα όμως εντελώς εγκαταλειμένο, με graffiti σ’ ένα τοίχο, στη γωνιά ένα κάδο για μπάζα, και τσουβάλια με γύψο στο πεζοδρόμιο. Η πόρτα ήταν κλεισμένη με λουκέτο κι αλυσίδα περασμένη απ’ το σπασμένο παράθυρο. Όπως πλησιάζαμε, η Ν. έκανε πίσω.

“Πήγαινε εσύ,” μου είπε. “Εγώ δε πλησιάζω.”

Έμοιαζε να είχε γίνει κάποτε κατάληψη. Μέσα βρομούσε από σκατά, και η μπόχα έφτανε μέχρι το δρόμο. Όποιος τό ‘χε χρησιμοποιήσει δεν άντεξε πια κι έφυγε. Κοίταξα γρήγορα να δω τουλάχιστον αν υπήρχε ακόμα τ’ όνομά του στο κουδούνι, αλλά ούτε κουδούνι δεν υπήρχε.

Νύχτα των Παθών που βγαίναν τ’ άστρα
σώπαινει του κήπου η κουκουβάγια,
κι άπ’ τις γειτονιές μυροφόρες νιές
ράντιζαν το πέλαγο με βάγια,
κι άπ’ τις γειτονιές μυροφόρες νιές
άναβαν λαμπάδες στα μουράγια.

Ο Γκάτσος πέθανε το 1992, αν θυμάμαι καλά. Δε θα φανταζόμουν ποτέ ότι θα μπορούσε να ρημάξει τόσο γρήγορα ένα σπίτι. Θά ‘λεγες ήταν εγκαταλειμένο εδώ και τριάντα χρόνια.

Χρόνε νυχτοπούλι παγερό
κόβεις με μαχαίρι τον καιρό,
γρήγορα πετάς, πίσω δε κοιτάς
τον απάνω κόσμο το μεγάλο.
Χρόνε παραμύθι λαμπερό,
σμίγεις τη φωτιά με το νερό,
γρήγορα περνάς, πίσω δε γυρνάς,
πίκρα μας κερνάς και τίποτ’ άλλο.

“Δε καταλαβαίνω,” της είπα της Ν. “Η Αγαθή Δημητρούκα [σύντροφος του Γκάτσου] πρέπει να ήταν κληρονόμος του. Γιατί ν’ αφήσει το σπίτι έτσι;”

“Ποιός ξέρει,” μου είπε. “Μπορεί να το άφησε αλλού και δεν έχουν λεφτά να το διατηρήσουν.”

Είδα όνειρο αυτή τη νύχτα ότι βρέθηκα πάλι μπροστά στο σπίτι, και στο πεζοδρόμιο βρήκα τρεις πλάκες χάλκινες, αυτές που λένε ότι ο τάδε έμενε εδώ. Η Δημητρούκα στεκόταν δίπλα, κι εγώ τις πήρα και τις έκρυψα κάτω απ’ το μπουφάν μου.

Προσκύνημα αν θέλω να κάνω τώρα, θα πρέπει να παω στο νεκροταφείο της Ασέας, στην Αρκαδία, ν’ ανάψω κάνα κερί.


Ένα απ’ τα αγαπημένα μου τραγούδια του Γκάτσου, από το τελευταίο του δίσκο, που έκανε με τον Ξαρχάκο, Τα Κατά Μάρκον.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ
Σκοτεινό το τραγούδι που θα πω
τα συντρίμμια του τόπου μου πατώ.
Χαμένα αδέρφια μου, ίσκιοι λαβωμένοι
χαμένη Ελλάδα, παντού σ’ αναζητώ.

Των Κυκλάδων σταμάτησε ο χορός
πετρωμένο το κύμα κι ο καιρός.
Πάνω απ’ τις μνήμες μάρμαρα σπασμένα
πάνω απ’ τις στέγες ο άνεμος σκληρός.

Παγερέ του αιώνα μου βοριά
πού τα πήγες τ’ αφτέρουγα παιδιά;
Τα πήρε ο ύπνος σε άχραντη πατρίδα
τα πήρε η νύχτα στη μαύρη της καρδιά.

Της ζωής ποιός γνωρίζει το σκοπό.
Το σκουλήκι τσακίζει τον καρπό.
Χαμένα αδέρφια, δείχτε μου ένα δρόμο
χαμένη Ελλάδα, την πόρτα σου χτυπώ.


Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.


Υ.Γ. (12 Οκτ. 05)
Πέρασα τη Κύριακή πάλι απ’ τη Σπετσών, ημέρα αυτή τη φορά, και είπα να περάσω πάλι να το δω το σπίτι, αλλά δε το βρήκα. Δεν υπάρχει πια. Μόνο ένα άδειο οικόπεδο. Ήθελα να γυρίσω ξανά να το φωτογραφίσω, αλλά δε πρόλαβα.

Read Full Post »

Μπήκα μες στο παρεκκλήσι, άναψα ένα κερί. Παρόλο που δεν είμαι καθόλου θρήσκος, έκανα όπως είδα να κάνουν όλοι οι άλλοι. Έκανα το σταυρό μου, έσκυψα και φίλησα το φέρετρο και μετά την εικόνα. Από σεβασμό για τους συγγενείς που κάθονταν δίπλα. Ήθελα να μείνω λίγο, αλλά ντράπηκα.

Έξω στη γωνία, από το εστιατόριο “Ιθάκη” ακουγόταν σιγά σιγά το “Δόξα τω Θεώ”.

* * * * *

Από μικρό παιδί είχα στενή προσωπική σχέση με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Μόλις τριών ετών άκουγα τη μουσική του. Ήρθε ένας ανηψιός της γιαγιάς μου στον Καναδά μετανάστης. Μέχρι να βρει δουλειά και σπίτι, έμενε μαζί με τη γιαγιά και τον παππού. Τα χρόνια εκείνα δούλευε κι η μάνα μου και το πρωί μ’ άφηναν εκεί, να με φυλάει η γιαγιά. Μου σύστησαν τον ανηψιό – λεγόταν Γρηγόρης.

“Μπιθικώτσης;” είπα εγώ.

Γέλασαν και μου είπαν ναι. Και βέβαια δεν υπήρχε λόγος να το αμφιβάλλω. Έτσι για ένα διάστημα στα παιδικά μου χρόνια ζούσα δίπλα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Τραγουδούσαμε μαζί το “Ρολόι-Κομπολόι”, κι όταν φτάναμε στο

να μετράω τους καημούς
και τους αναστεναγμούς

αναστέναζα κι εγώ.

* * * * *

Το 1987 ανακάλυψα ξανά την ελληνική μουσική, που είχα χρόνια ξεχάσει, και ξαναβρήκα τον Γρηγόρη. Σιγά σιγά, ανακάλυψα ξανά και την Ελλάδα και τη πρώτη μου γλώσσα, αν και δεν ήταν πια η μητρική μου. Έμαθα τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Γκάτσο, τον Ρίτσο, τον Παπαδόπουλο, και άλλους ποιητές. Αποφάσισα και να γυρίσω στη χώρα που άφησε ο πατέρας μου στα δέκα του χρόνια. (Η μάνα μου, ελληνίδα κι αυτή, γεννήθηκε στον Καναδά.)

Μια μέρα σ’ ένα δισκοπωλείο στην ελληνική συνοικία του Τορόντο βρήκα ένα βίντεο με τη συναυλία που έδωσε το 1983 ο Γρηγόρης σαν αποχαιρετισμό. Διήθυνε ο Σταύρος Ξαρχάκος στο Ολυμπιακό Στάδιο. Η φωνή του είχε πέσει, είχε χάσει τη δύναμή της. Λυπήθηκα.

* * * * *

Το Νοέμβρη του 1991 έμαθα ότι ερχόταν στο Τορόντο να τραγουδήσει για μερικές βραδιές σ’ ένα καινούργιο μαγαζί. Είπα να παω να τον δω. Δε μ’ ένοιαζε πως δεν τραγουδούσε πια όπως παλιά. Ήθελα να πω ότι μια φορά στη ζωή μου τον είδα και τον άκουσα.

Ο πατέρας μου κάπως κατάφερε τη τελευταία στιγμή να μας βρει τραπέζι μπροστά στην πίστα. Τη στιγμή που βγήκε ο Γρηγόρης μετακομίσαμε όλοι μας στο άλλο τραπέζι. Μας φέραν τα πιάτα και τα κρασιά από εκεί που καθόμασταν πριν.

Εκείνη τη βραδιά, όμως, έγινε το απίστευτο. Βγήκε ο Μπιθικώτσης, και ίσως επειδή ήταν ο χώρος κλειστός και αρκετά μικρός, τραγούδησε πολύ ωραία. Εμείς τα χάσαμε. Τρελαθήκαμε. Μετά από κάθε τραγούδι χειροκροτούσαμε όρθιοι. Μας κοίταζε και μας ευχαριστούσε.

Κάποια στιγμή, όταν κάποιος φώναξε μια παραγγελία, σήκωσε τους ώμους του λίγο, έδειξε το λαιμό του σαν να λέει, “Δε μου βγαίνει πια.”

Όταν τελείωσε και κατέβηκε, τραβήξαμε μια φωτογραφία μαζί του εγώ με τους γονείς μου. Μετά ανέβηκα στη πίστα και πήρα το ποτήρι του σαν ενθύμιο. Το έχω ακόμα, και τη φωτογραφία.

* * * * *

Την Πέμπτη άκουγα την εκπομπή “Ποτέ απ’ τη ποταμιά δε λείπει η πρασινάδα” στο τρίτο πρόγραμμα, και παίζανε τη θρυλική συναυλία στο Κεντρικόν που έγινε το 1961. Δε πίστευα στα αυτιά μου. Δεν ήξερα ότι είχε ηχογραφηθεί.

(Κατά σύμπτωση, την Πέμπτη πέθανε, το απόγευμα, ίσως την ώρα της εκπομπής.)

Ο ίδιος διηγείται:

Όλα αυτά έγιναν στις 18 Μάρτη 1961, ημέρα Δευτέρα. Ο Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα και ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα είχαν μεγαλύτερο θάρρος από μένα. Για τη συναυλία στο Κεντρικόν, κάναμε πρόβες στην πλατεία Κολοκτρώνη, πίσω από το άγαλμα. Όσο κάναμε πρόβες και μέχρι να φθάσει εκείνη η πολυπόθητη Δευτέρα για να δώσουμε τη συναυλία, εμένα δεν μ’ έπιανε ο ύπνος. Δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Πήγαινα στο μαγαζί, τραγουδούσα το βράδυ, πήγαινα την ημέρα κι έκανα πρόβες για τη συναυλία, έγραφαν οι εφημερίδες, έλεγαν τα ραδιόφωνα κι εγώ κόντευα να πεθάνω από την αγωνία μου. Είχα ήδη ένα τρακ, ένα σοκ, όπως θέλετε πάρτε το.Μέσα μου, κάτι μου έλεγε να μην πάω στη συναυλία. Όχι γιατί θα συμμετείχαν μαζί μου ο Χιώτης, η Λίντα, ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα, αλλά μου είχε κολλήσει έτσι. Έλεγα πώς θα θυμηθώ τα λόγια, πώς θα μου έρθει η μελωδία που θα είμαι ανάμεσα στην κρατική ορχήστρα που θα διευθύνει ο Μίκης, που θα είναι ο Μάνος Χατζιδάκις, αυτός ο μεγάλος Χατζιδάκις, με το τραγούδι “Είμαι αητός χωρίς φτερά”. Ο “Αητός” ήταν καινούργιο τραγούδι. Την πρώτη εκτέλεσή του θα την έκανα με την κρατική ορχήστρα και διεύθυνση Μίκη Θεοδωράκη στο Κεντρικόν.

Τελικά, εκεί που κάναμε πρόβες – πρόβες κάναμε και σ’ ένα καφενείο δίπλα στο Μουσείο – ο Μανόλης Χιώτης με τον Στέλιο Καζαντζίδη αποφάσισαν να στρίψουν ένα νόμισμα. Αν ερχόταν κορόνα, θα έμπαιναν μπροστά στη διαφήμιση ο Μανόλης Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα, αν ερχόταν γράμματα θα έμπαιναν τα ονόματα του Στέλιου Καζαντζίδη και της Μαρινέλλας. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, ήμουν τρίτος. Αυτό που απασχολούσε, όμως, ήταν το τρακ που είχα. Τελικά, μια εβδομάδα πριν, δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ότι τη Δευτέρα θα πραγματοποιηθεί η μεγάλη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη με τον “Επιτάφιο” στο Κεντρικόν. Στο πιάνο ο Μάνος Χατζιδάκις. Τραγουδούν: Μανόλης Χιώτης-Μαίρη Λίντα, Στέλιος Καζαντζίδης-Μαρινέλλα και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Τι θα γίνει τώρα μέχρι να έρθει η Δευτέρα; Μέρες και νύχτες περνούσαν βασανιστικές. Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή. Από τα ξημερώματα της Δευτέρας, έτρεμα από αϋπνία και αγωνία. Όταν σουρούπωσε, πήγα κι εγώ στο Κεντρικόν. Μπήκα κρυφά από την πίσω πόρτα στα καμαρίνια. Είχα ιδρώσει.

Αρχίζει η συναυλία. Παίζει ένα σόλο ο Χιώτης με την κρατική ορχήστρα που διήθυνε ο Θεοδωράκης. Έπαιξε τη “Μαργαρίτα-Μαργαρώ”. Όταν τέλειωσε αυτό, έπεσε πολύ χειροκρότημα, γιατί ο κόσμος ήταν πάρα πολύς. Ο Χιώτης έχει να πει 5-6 τραγούδια με τη Μαίρη Λίντα. Εγώ ψάχνω να βρω τον Καζαντζίδη και τον ανακαλύπτω να κάθεται κάτω από τη σκηνή. “Γιατί είσαι εδώ, Στέλιο;” τον ρωτάω. “Για ν’ ακούσω καλύτερα” μου απαντάει. Του ξαναλέω: “Φάλτσο δεν έπαιξε λιγάκι ο Μανόλης Χιώτης τη ‘Μαργαρίτα-Μαργαρώ’ με το μπουζούκι;” “Ναι” μου λέει “δεν πειράζει, δεν βαριέσαι… Χιώτης είναι αυτός.” Τον είδα και τον Στέλιο κάπως τρακαρισμένο και του λέω: “Τι έχεις; Τρακ;” Μου λέει: “Όχι. Γιατί, εσύ τι έχεις; Τρακ;” Του λέω: “Ναι, ρε γαμώτο. Δεν θέλω να τραγουδήσω.” “Δεν γίνεται” μου λέει. “Δεν ντρέπεσαι που δεν θέλεις να τραγουδήσεις; Θα τραγουδήσεις και θα τα πεις ωραία. Μήπως πρώτη φορά θα τραγουδήσεις μπροστά σε κοινό, μπροστά σε κόσμο;” Το θέατρο ήταν γεμάτο. Στις πρώτες θέσεις κάθονταν υπουργοί της τότε κυβέρνησης Καραμανλή και ο Γεώργιος Παπανδρέου, αρχηγός της Ένωσης Κέντρου, και βουλευτές της Αριστεράς. Τελειώνει ο Μανόλης Χιώτης. Το χειροκρότημα ήταν ασταμάτατο. Η Μαίρη Λίντα τα ερμήνευσε πολύ ωραία τα τραγούδια της.

Ήρθε μετά η σειρά του Στέλιου Καζαντζίδη. Ανέβηκε ο Στέλιος στη σκηνή και τραγούδησε το “Βράχο βράχο τον καημό μου”, το “Σαββατόβραδο”, το “‘Εχω μια αγάπη” και άλλα τραγούδια του Θεοδωράκη. Αποθέωση, χειροκροτήματα. Κι ύστερα η δική μου σειρά. Έπρεπε να βγω να τραγουδήσω, αλλά ένιωθα ράκος. Είχα πάθει μεγάλο τρακ. Βγήκα έξω κι άρχισαν να μου ρίχνουν λουλουδάκια, που τα είχαν κάτω από τα καθίσματα του θεάτρου. Τα λουλούδια, εκείνη τη στιγμή, ήταν κάτι εντελώς καινούργιο για τα δεδομένα της λαϊκής μουσικής με τον Μίκη Θεοδωράκη. Σκέφθηκα ότι έπρεπε να πω το “Είμαι αητός χωρίς φτερά” του Χατζιδάκι. Και άρχισαν πάλι να μου πετούν λουλούδια. Με πλημμύρισαν μέχρι το λαιμό. Γέμισαν όλη τη σκηνή και την ορχήστρα με λουλούδια. Είχα μεγάλη χαρά εκείνη την ώρα. Μέχρι να μαζέψουν τα λουλούδια μέσα σε δυο τρία λεπτά, εγώ ετοιμαζόμουν για να ξεκινήσω. Και άρχισα να τραγουδώ. Ο Μίκης σηκώνει τα χέρια ψηλά κι εγώ έβγαλα τα πρώτα λόγια από το “Ροδόσταμο”:

Στον άλλο κόσμο που θα πας,
κοίτα μη γίνεις σύννεφο…

Η ορχήστρα παίζει. Έχει δώσει σήμα ο Μίκης κουνώντας τα χέρια του: πουμ, παμ, πουμ, παμ, πουμ, παμ. Εγώ δε μπαίνω στο τραγούδι. Κάποια φορά, μπαίνω και λέω: “Στον ά…” Σταμάτησα. Έχασα τα λόγια μου και λέω: “Με συγχωρείτε, έχω τρακ, δεν μπορώ να συνεχίσω”. Χειροκροτήματα, κακό. Ιδρωμένος, γύρισα πίσω στο καμαρίνι. Ωστόσο, το πρόγραμμα συνεχίστηκε, αφού ο Μίκης Θεοδωράκης είπε ο ίδιος τα τραγούδια που επρόκειτο να τραγουδήσω εγώ.

Στο μεταξύ, μέσα στα καμαρίνια ήταν αρκετοί ηθοποιοί: Χορν, Βουγιουκλάκη, Αλεξανδράκης, Κοντού και η Ειρήνη Παπά. Μου λέει ο Αλεξανδράκης: “‘Ακου να δεις, κι εγώ έχω πάθει αυτό το τρακ”. Ανοίγει σπιρτόκουτο και είχε μέσα κάτι χάπια. Πήρα ένα, ήπια κι ένα ποτήρι και συνήλθα, μου πέρασε το τρακ.* Όταν ο Μίκης τελείωσε τα τραγούδια, ανέβηκα και πάλι στη σκηνή. Πρώτα πρώτα, είπα τον “Αητό” του Χατζιδάκι. Χειροκροτήματα και λουλούδια. Είπα ολόκληρο το πρόγραμμά μου, τη “Μαργαρίτα-Μαργαρώ” και τον “Επιτάφιο” του Γιάννη Ρίτσου.

Στην πραγματικότητα, κατάφερε να πει τη πρώτη στροφή ολόκληρη. Έτρεμε όμως η φωνή του. Παρολαυτά, ήταν γλυκειά όπως πάντα.

* * * * *

Τρεις φορές τον είδα – στον Καναδά, σε μια πλατεία του Ζωγράφου που τραγούδησε μια βραδιά με το γιο του, και στο αφιέρωμα που έγινε το 2002 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

Στο τέλος της συναυλίας ανέβηκε στη σκηνή. Του ζητήσανε να πει ένα τραγούδι απ’ το Άξιον Εστί. Ξεκίνησε η ορχήστρα. Πήρε το μικρόφωνο αλλά είπε, “Θέλω να πώ το ‘Βοτανικό’ μου!’ Είπε μια στροφή, η φωνή του ήταν αδύναμη, κι εγώ δάκρυσα. Όχι από λύπη αυτή τη φορά, αλλά από χαρά – τη χαρά που μοιραστήκαμε όλοι μας, και που ένιωθε ο ίδιος, που τιμήθηκε έτσι στα ογδόντα του. Και δάκρυσα ειδικά όταν τον είδα να δίνει το μικρόφωνο στον διπλανό του και να αρχίζει να χορεύει ένα ζεϊμπέκικο, άψογα, με τόση λεβεντιά που θά ‘λεγες ήταν ακόμα πενήντα χρόνια νεότερος.

Αντίο, Γρηγόρη.

___________________________________

*Όπως είπε ο Αλεξανδράκης, αλλά και ο ίδιος ο Μπιθικώτσης στο παρελθόν, το “χάπι” δεν ήταν παρά ένα ψίχουλο ψωμί. Ένα placebo.

Read Full Post »

Στο τετράγωνο που μένω στο Παγκράτι είναι και το αστυνομικό τμήμα. Ένας απ’ τους μπάτσους φέρνει, σχεδόν κάθε μέρα, το τετράχρονο παιδί του. Όλη μέρα μπαίνει στα παρκαρισμένα περιπολικά και παίζει με τη σειρήνα. Κάνει κουμάντο, κανένας δε του μιλάει.

Έρχεται το φορτηγό της Δέλτα στο Νίκο το ψιλικατζή, απέναντι. Ο μικρός είναι εκεί και τους καθοδηγεί: “‘Ελα! Έλα! ‘Ελα!”

Μια μέρα έπαιζε μπροστά στη πολυκατοικία μου την ώρα που γύρναγα σπίτι. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι, αδέρφια προφανώς, περνούσαν χέρι-χέρι. Με σοβαρότατο ύφος τους λέει, “Μην πάτε πιο κάτω. Είναι η αστυνομία εκεί.”

Σήμερα πέρναγε ο Μάκης ο ηλεκτρολόγος, που έχει μαγαζί λίγο πιο κάτω απ’ το ψιλικατζίδικο.

“Πού πας;” τον ρωτάει ο μικρός.

“Στο Νίκο,” του λέει ο Μάκης.

Τον κοιτάει λοξά τον Μάκη, με μισόκλειστα μάτια, και του λέει:

“Είναι βέβαιο;”

Read Full Post »

Μιά μέρα μου τηλεφώνησε ο Μαλαμόπουλος. Ένας επιχειρηματίας, που είχε μιά από τις καλύτερες ταβέρνες της Αθήνας. Την “Εμπατή”. Με δυό τζάκια, με φλοκάτες και χαλιά. Με ρώτησε αν ήθελα να δουλέψω στην ταβέρνα του. Δέχτηκα και κλείσαμε μια συνάντηση για την άλλη μέρα στη Φωκίωνος Νέγρη, σ’ένα ουζερί, για να μιλήσουμε σχετικά με τη δουλειά.

Το σπίτι μας ήταν δέκα λεπτά με τα πόδια πιο πάνω από τη Φωκίωνος Νέγρη. Την άλλη μέρα, καθώς κατέβαινα για τη συνάντησή μας, σκεφτόμουν τι να του ζητήσω για μεροκάματο. Συνήθως έπαιρνα σαν πιανίστας διακόσιες δραχμές τότε, παρόλο που είχα κι ένα μικρό όνομα σαν συνθέτης. Έλεγα λοιπόν να του ζητήσω 250 δραχμές, γιατί και οι απαιτήσεις της δουλειάς ήταν περισσότερες σε μια τέτοια ταβέρνα, αλλά και κάτι ακόμα. Με τις συμφωνίες για το μεροκάματο δεν τα κατάφερνα, ντρεπόμουν και όλο ριγμένος ήμουν.

Έτσι έφτασα στο ουζερί, με την απόφαση να διεκδικήσω ένα καλό μεροκάματο. Καθήσαμε και ο Ηλίας παράγγειλε ούζο και μεζεδάκια. Ήταν μεσημεράκι κι αρχίσαμε να συζητάμε. Λέγαμε πόσους μουσικούς θά ‘παιρνα ακόμα, πόσους τραγουδιστές κτλ.

Μέσα σε μιά ώρα, και καθώς ήμουν αμάθητος με το ποτό, το ούζο με χτύπησε κατευθείαν στο κεφάλι. Έπι πλέον μού ‘φερε και μιά ευεξία και, καθώς πλησίαζε η ώρα για την αμοιβή μου, εγώ από μέσα μου ανέβαζε το ποσόν. Έλεγα, θα του ζητήσω 300 δραχμές. Σε λίγο η ευεξία μου ανέβηκε πιο πολύ, κι εγώ ανέβασα πάλι το ποσό. Θα του πω 350 δραχμές κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Στο κάτω-κάτω, μιά ζωή όλο ριγμένος θά ‘μαι;

Έτσι, όταν ήρθε η ώρα που με ρώτησε για την αμοιβή μου, πήρα μιά βαθιά ανάσα και του είπα. “Η αμοιβή μου, Ηλία, είναι τετρακόσιες δραχμές”. “Εντάξει, Σταύρο”, μου είπε και δώσαμε τα χέρια.

Εκείνη τη μέρα είχαμε γιορτή με την Αιμιλία. Τέτοιο μεροκάματο ούτε στον ύπνο μου το είδα.

Σε δέκα μέρες κάναμε έναρξη με επιτυχία και μετά από ένα μήνα έπρεπε να κλείσεις μιά βδομάδα πιο μπροστά, για να βρεις τραπέζι.

Ήταν και η εποχή που κυκλοφορούσε το “Εικοσιένα”.

Πέρασαν δυό-τρεις μήνες και μιά μέρα συνάντησα έναν τραγουδιστή που δούλευε σ’ένα από τα καλά μαγαζιά, σαν δεύτερο όνομα. Καθώς μιλούσαμε, κάποια στιγμή μου λέει: “Τη μέρα που έκλεισες στην ‘Εμπατή’, το βράδυ πέρασε ο Ηλίας από το μαγαζί μας και, πάνω στην κουβέντα, μας είπε, ‘Έκλεισα τον Κουγιουμτζή, αλλά, αν ξέρετε, με ποσό;’ Εμείς απαντήσαμε περίπου. Κανένα χιλιάρικο; ‘Ρε σεις, με τετρακόσιες δραχμές τον έκλεισα’, μας είπε, τρίβοντας τα χέρια του χαρούμενος”. Τότε κατάλαβα πως με τα οικονομικά ήμουν μανούλα. Γι’ αυτό θα σας πω ακόμα ένα παρόμοιο περιστατικό, που είναι πολύ αστείο.

Ένα βράδυ, μου λέει ο Ηλίας. Ήταν Μάιος και σε καμιά εβδομάδα τελείωνε η χειμερινή σαιζόν. “Σταύρο, ένας φίλος μου, πολύ καλό παιδί, πατριωτάκι σου, έχει ένα καλοκαιρινό μαγαζί στη Θεσσαλονίκη και θά ‘θελε να κάνεις εκεί κάθε Κυριακή μια συναυλία, τι λες;” Δε θέλω, ρε Ηλία, του είπα. Θέλω να κάτσω να γράψω. Και περισσότερο για να ξεμπερδέψω παρά για να πάω, του είπα ένα υπερβολικό ποσό. Εκτός, του λέω, αν δίνει πέντε χιλιάδες για κάθε συναυλία, έ τότε πάω. “Τι λες, ρε μαλάκα,” μου λέει ο Ηλίας, “αυτός με παρακάλεσε να σε πείσω να δεχτείς με δέκα χιλιάδες και συ μου μιλάς για πέντε;” Ρε γαμώτο, είπα από μέσα μου, δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μ’αυτούς τους ανθρώπους.

* * * * *

Άφησα τα παλιά και του είπα: “Μάρκο, γεράσαμε.” Ήταν κάπως συνεσταλμένος, γιατί με περνούσε για ανώτερό του, όπως σας είπα. Τώρα μάλιστα που έγραφα και τραγούδια, σαν να με ντρεπόταν λιγάκι. Όταν όμως είδε τη δική μου φιλική διάθεση, σιγά-σιγά άλλαξε κι αυτός διάθεση. Άρχισε να μου μιλάει για διάφορα. Δούλευε σ’ένα καμπαρέ στο Βαρδάμι, μου είπε. Η γυναίκα του τον είχε χωρίσει. Ύστερα άρχισε να μου λέει για τα τραγούδια μου, ποια του αρέσουν και ποια δεν του αρέσουν. Ιδιαίτερα αγαπούσε το “Κάπου Νυχτώνει”. Αφού είπαμε κι άλλα πολλά, πριν χωρίσουμε μου έκανε πάλι, όπως παλιά, μιά ερώτηση. “Άραγες πονάει η ψυχή, όταν βγαίνει;” “Πού να ξέρω, ρε Μάρκο,” του είπα, και σέ λίγο χωρίσαμε. Τις προάλλες, τον είδα στον ύπνο μου. Με κοίταξε αμίλητος. Τώρα, Μάρκο, εσύ πρέπει να ξέρεις αν πονάει η ψυχή, όταν βγαίνει.

από Ανοιχτά Παράθυρα με Κλειστά Παντζούρια του Σταύρου Κουγιουμτζή, εκδόσεις ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ

Read Full Post »

Goodnight, Kemal

Perhaps the greatest Greek song lyricist was Nikos Gatsos (1911-1992). In his entire life, he only published one volume of poetry, Amorgos (1943), which nevertheless was extraordinarily influential for its use of surrealism with Greek elements. The rest of his life was devoted to theatrical translations, especially of Lorca, and to writing lyrics for composers like Theodorakis, Hadjidakis, and Xarhakos. An example of his lyrics, in English translation, is “We Who Are Left“.

Thinking about what’s in store for the next four years, I remembered this song he wrote with Hadjidakis. I include the Greek lyrics as well. I have taken the translation from a Savina Yannatou CD and changed it. It is at times a strict and at times a free translation. At no time is it a very good one.

The italicised parts are spoken.

Ακούστε τώρα την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκιπα της Ανατολής
απόγονου του Σεβάχ του Θαλασσινού
που νόμισε ότι μπορούσε ν’ αλλάξει τον κόσμο.
Αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων…

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά κι έναν καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό.
Στη Μοσούλη, στη Βασόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.
Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά κει.
Τον κοιτάν οι βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά.
Απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη κι απ’ τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.
Πέφτουν πάνω του τα στίφη σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο Χαλίφη να του βάλει τη θηλιά.
Μαύρο μέλι, μαύρο γάλα ήπιε ‘κείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δυο γέρικες καμήλες, μ’ ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.
Πάνε τώρα χέρι-χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ’ αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.
Σ’ ένα μήνα, σ’ ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που απ’ τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
Νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί.

Καληνύχτα Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος δε θ’ αλλάξει ποτέ. Καληνύχτα…

* * * * *

Hear now the story of Kemal
A young prince from the East
A descendant of Sinbad the Sailor,
Who thought he could change the world.
But bitter is the will of Allah,
And dark the souls of men …

Once upon a time in the East,
The coffers are empty, the waters are stagnant.
In Mosul, in Basrah, under an old date-palm,
The children of the desert are bitterly crying.
A young man of ancient and royal race
Overhears their lament and goes to them.
The Bedouins look at him sadly
And he swears by Allah that things will change.

When they learn of the young man’s fearlessness,
The rulers set off with wolf-like teeth and a lion’s mane.
From the Tigris to the Euphrates, in heaven and on earth,
They pursue the renegade to catch him alive.
They pounce on him like uncontrollable hounds,
And take him to the caliph to put the noose around his neck.
Black honey, black milk he drank that morning
Before breathing his last on the gallows.

With two aged camels and a red steed,
At the gates of heaven the prophet awaits.
They walk together among the clouds
With the star of Damascus to keep them company.
After a month, after a year, they find Allah
Who, from his high throne, tells foolish Sinbad:
‘O my vanquished upstart, things never change;
Fire and knives are the only things men know.’*

Goodnight, Kemal. The world will never change. Goodnight…

* * * * *When Manos Hadjidakis was living in New York, during the coup of 67-74, he recorded an English version of this song, which actually predates the Greek one, with the New York Rock & Roll Ensemble. It’s rather silly, and a waste of a beautiful melody, although it’s a good album.

*The original says “Only with fire and with knives does the world proceed.”

Read Full Post »