Feeds:
Posts
Comments

Archive for December 12th, 2005

Ένα απόσπασμα από το έκτο κεφάλαιο της Πριγκηπέσσας Ιζαμπώς:

Άναψαν το λυχνάρι, σφάλισαν την πόρτα, κ’εκεί, μέσα στο στάβλο, έγιναν οι τελευταίες ετοιμασίες.Ο Ιλαρίωνος είταν αγουροξυπνημένος και χασμουριόταν. Έτσι που κάθησε στη γωνιά, ως που να συγυριστούνε, τον πήρε ο ύπνος γερμένον πάνω στο φάρσωμα. Το ροχαλητό του τράνταξε την παράγκα ίσαμε την ώρα που είχε πια φωτίσει καλά έξω, κι ο Σγουρός ντυμένος με το ράσο του, το κεφάλι μπουμπουλωμένο, φόρτωνε πάνω στη μούλα τα πράματά του τυλιγμένα σε σκουτιά. Ένα κοντό ρωμέϊκο σπαθί, το λωρίκι, τα τσαγγία του και το σωκάρδι με το ταμπάρο.

Καβακίλεψε τη μούλα και ξεκίνησαν κ’ οι τρείς.

Πίσω από το θεόρατο μαύρο βράχο, ο ουρανός ερρόδιζε. Σύννεφα μελανά κι άλλα σταχτοκίτρινα τρέχανε στον ουρανό — η θάλασσα κάτω, μαβιά μ’ασημωτά λέπια αικίνητα, ανάβραζα, έτρεχε καταπάνω στη στεριά και την κοπανούσε άγρια, μανιασμένη. Κάτι είπε ο Ιλαρίωνος, όμως ο άνεμος πήρε τα λόγια του, τα σκόρπισε πέρα. Η βάγια πορευότανε με σκυμμένο κεφάλι, πένθιμη και βουβή.

Όταν το πρωτοδιάβασα, σταμάτησα σ’αυτή τη λεπτομέρεια, εκεί πού ο Ιλαρίωνας κάτι λεει που μήτε ο Σγουρός μήτε ο συγγραφέας δεν άκουσε. Με εντυπωσίασε η λεπτότητα του Άγγελου Τερζάκη, η παρατηρητικότητά του κι αυτό που ο Calvino αποκάλεσε ελαφρότητα. Μια μικρή λεπτομέρεια, καθόλου απαραίτητη, αλλά για μένα αξέχαστη. Στα γραπτά μου θάθελα να βρίσκονται τέτοιες λεπτομέρεις. Μ’αρέσει πως ακρίβως σ’αυτήν την εύστοχη παρατήρηση ο συγγραφέας δε προλαβαίνει να ακούσει τι είπε ο Ιλαρίωνας. Η εικόνα όμως είναι ζωντανή.

Είναι στιγμές που διαβάζω και θαυμάζω τις επιλογές ενός συγγραφέα — όπως την επιλογή του Τολστόι, παραδείγματος χάριν, να μας παρουσιάσει το πώς ερωτεύονται η Άννα Καρένινα και ο Βρόνσκι όπως το βλέπει η Κάτια κι όχι ο παντογνώστης αφηγητής — και νιώθω πως μαθαίνω ο ίδιος πώς να γράφω. Η λογοτέχνια είναι σχολή των συγγραφέων. Μπορεί αυτό να φαίνεται αυτονόητο, αλλά συχνά απορώ αν υπάρχει σχολή πεζού λόγου στην Ελλάδα. Καλοί συγγραφείς σίγουρα υπάρχουν, αλλά στους περισσότερους κυριαρχεί — πώς να το πω; — μια χαλαρότητα, μια νωθρότητα, και μια αυταρέσκει που δεν τους επιτρέπει να κοπιάζουν και να πετύχουν τέτοιες λεπτομέρειες όπως ο Τερζάκης. Μου φαίνεται πως δεν υπάρχουν επιμελητές που ξέρουν ή τολμούν να πουν ότι ένα βιβλίο ακόμα θέλει δουλειά πριν το εκδώσουν.

Επαναλαμβάνω πως υπάρχουν καλοί συγγραφείς. Πέρσι, για παράδειγμα, διάβασα της Σώτης Τριανταφύλλου τη Φυγη και το θαύμασα. Ειδικά το πρώτο κεφάλαιο, όπου γίνεται σκηνογραφία με πολλή λιτότητα. Ο Θανάσης Βαλτινός επίσης δείχνει μια σπάνια οικονομία του λόγου. Και τονίζω πως οι αδεξιότητές μου στην ελληνική γλώσσα δεν με εμποδίζουν να ασκήσω κριτική.

Είχα σκεφτεί να γράψω γι’αυτό το θέμα όταν άρχισα να διαβάσω Τις Τελευταίες Ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη από τον Φίλιππο Φιλίππου. Δεν κατάφερα ποτέ να το τελειώσω όμως. Ο Φιλίππου μ’εκνευρίζει κάθε φορά που το ανοίγω το βιβλίο.

Στο μυθιστόρημα ο Ιταλός φουτουριστής ποιητής Φίλιππο Τομμάζο Μαρινέττι επισκέπτεται τον Καβάφη στο σπίτι του. Είναι το 1933, μετά την τραχειοτομία του Έλληνα.

Φορούσε κάτι καφετιά δερμάτινα γάντια πολύ λεπτά και αρκετά ζαρωμένα από την πολυκαιρία (φοβόταν πάντα τα μικρόβια που έχονταν απ’έξω με φορέα το σώμα των επισκεπτών του). Η απώλεια της φωνής του τον υποχρέωσε να μη με προσφωνήσει με το κλασικό “Χαίρε, φίλε!”, όπως συνήθιζε να κάνει παλιά. Με καλωσόρισε μ’ένα νόημα των ματιών του, εκείνων των υπέροχων μαύρων ματιών, των πονηρών και διεισδυτικών ταυτόχρονα. Η γλυκύτητα που ήταν περιχυμένη στο κάτω μέρος του προσώπου του, γύρω από το στόμα και το πιγούνι, έδειχνε πως ο χρόνος που είχει περάσει από τότε που είχα να τον δω δεν είχε αμβλύνει την καλή του διάθεση επέναντί μου.Δεν περίμενα, βεβαίως, να μου μιλήσει, αφού η κυρία Σεγκοπούλου με είχε προετοιμάσει για το τι επρόκειτο να δω. Εξακολουθούσε να είναι ένας λεπτός ηλικιωμένος κύριος, αστός οπωσδήποτε, με στόφα ξεπεσμένου αριστοκράτη. Φορούσε ένα σκούρο κασκόλ για να κρύβει την πληγή στο λαιμό και τα ίδια γυαλιά με τον ασημένιο σκελετό. Τα πυκνά του μαλλιά, που τώρα είχαν αραιώσει ελαφρώς, τα είχε, όπως πάντα, χωρίστρα — καμιά τρίχα δεν ξέφευγε ούτε προς τ’αριστερά ούτε προς τα δεξιά και, κυρίως, καμιά δεν καβαλίκευε τ’αυτιά του. Αναρωτιόμουν αν φρόντιζε ο ίδιος για την κόμμωσή του, με χτένες, τσατσάρες και βούρτσες, ή αν ήταν η ερίτιμος κυρία που εκτελούσε χρέη γραμματέως εκείνη που έκανε τις επεμβάσεις στην εμφάνισή του. Δε ρώτησα, φυσικά, κανέναν γι’αυτό το ζήτημα, είχαμε άλλα θέματα να θίξουμε.

Ο Φιλίππου είναι συγγραφέας του επίθετου. Σ’αυτό το απόσπασμα μόνο, υπάρχουν 18 επίθετα και 12 επιρρήματα. (Κι ο Τερζάκης τα χρησιμοποιεί, αλλά μ’εντελώς διαφορετικό τρόπο, και για διαφορετικό σκοπό. Ο Τερζάκης δε μας λεει ότι ο Ιλαρίωνας είναι τεμπέλης. Μας δείχνει πως κοιμάται την ώρα που φορτώνει ο Σγουρός τη μούλα.) Ο Φιλίππου δηλαδή δείχνει εμπιστοσύνη στα επίθετα και ζητάει από αυτά να κάνουν τη περισσότερη δουλειά. Αρκει να μας πει ότι η κυρία Σεγκοπούλου είναι “ευγενική” (σε άλλη σελίδα) και “ερίτιμος”. Δε νιώθει την ανάγκη να μας δείξει πώς συμπεριφέρεται μια ευγενική και ερίτιμος κυρία. Αυτή είναι η αυταρέσκεια, άρνηση του συγγραφέα να κοπιάσει να στήσει σκήνη όπως κατάφερε ο Τερζάκης.

Το άλλο μεγάλο ελάττωμα του Φιλίππου και πολλών άλλων συγγραφέων είναι η περιττολογία. Τη στιγμή που μας έχει πει για τη τραχειοτομία του Καβάφη, δε χρειάζεται να μας πει ότι “η απώλεια της φωνής του τον υποχρέωσε να μη με προσφωνήσει με το κλασικό ‘Χαίρε, φίλε!’, όπως συνήθιζε να κάνει παλιά.” Μάλιστα, αργότερα γράφει “Τον είδα να προσπαθεί να μ’ευχαριστήσει με λέξεις, αλλά δεν τα κατάφερε πάλι, το στόμα του ανοιγόκλεινε χωρίς να βγάζει ήχους.” Ο συγγραφέας δε χρειάζεται να μας υπενθυμίσει ότι ο Καβάφης δε μπορεί πια να μιλήσει. Οι δυο ποιητές επικοινωνούν συνεχώς με σημειώματα.

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε μια μαύρη γάτα που ακολουθούσε έναν πλανόδιο ψαρά με λερωμένο κόκκινο φέσι νιαουρίζοντας θρηνητικά: νιάου νιάου νιάου. (σελ. 40)

Δε μας φτάνει το “νιαουρίζοντας”; Κατάλαβα πως του Μαρινέττι του άρεσε η ηχομιμητική, αλλά μετά από λίγο είναι πολύ κουραστικό.

Κάποια στιγμή από μακριά έφτασε ένα βουητό, μια βροντή, μπρουουουμ, και ύστερα μια δεύτερη, παρατεταμένη, μπρουουουμ, μπρουουουμ. (σελ. 72)Ταυτόχρονα η γάτα έβγαλε ένα παραπονεμένο ννννιάαααουου, λες και έδινε ένα σήμα κινδύνου για το αφεντικό της. (σελ. 73)

Ακριβώς την ώρα εκείνη ακούστηκαν οι πρώτες σταγόνες της βροχής που έπεφταν πλαγίως στα ξύλινα παραθυρόφυλλα, σιγανά στην αρχή, δυνατότερα στη συνέχεια, τζιτζι, τζιτζιτζι, τζιτζιτζιτζι, τζιτζιτζιτζιτζιτζιτζιτζι. (σελ. 74)

Φανερά ευτυχής για τη χαρμόσυνη είδηση που του κόμισα, ο Καβάφης μισόκλεισε τα μάτια και θώπευσε λίγο σκληρά την γκρίζα γάτα, που άνοιξε το στόμα της και παραπονέθηκε, νιάου νιάου νιάου νιάου. (σελ. 85)

Οι μαύρες χάντρες στα δάχτυλα του Καβάφη δεν έκαναν κλακ κλακ κλακ, αλλά κρικ κρικ κρικ, ήταν ΄χιοι που με συνεπήραν, καθόλου μελωδικοί, βεβαίως, αλλά εντελώς πρωτότυποι, βάλσαμοι για την ακοή μου. (σελ. 86)

Πεινούσα όμως φοβερά λόγω της καθυστέρησης του σερβιρίσματος (η κοιλιά μου διαμαρτυρόταν απρεπώς, γουρ γουρ γουρ!) και περίμενα ν’αρχίσει πρώτος να τσιμπολογάει. (σελ. 94)

Οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν σ’εκείνο το δωμάτιο ήταν οι θόρυβοι των κουταλιών και των πιρουνιών στα πιάτα, ντιν ντιν ντιν, ο ήχος των χειλιών μας όταν εκείνα τα μεταλλικά αντικείμενα απόθεταν τις τροφές στο στόμα μας, φς φς φς, και το γουργουρητό της κοιλιάς της γάτας, γουρ γουρ γουρ. Μερικές φορές — λίγες όμως — ακουγόταν και ο θόρυβος της μύτης του ποιητή, χρ χρ χρ, καθώς προσπαθούσε να καταπιεί. (σελ. 96)

Δεν άντεξα άλλο. Δε μ’ενδιαφέρει αν έγραφει έτσι ο Μαρινέττι. Το ότι έγραφε έτσι δεν το κάνει λιγότερο εκνευριστικό.

Φέτος αγόρασα το μυθιστόρημα του Τάσου Ρούσσου Αυτός στο πέτρινο σπίτι, το οποίο, αν θυμάμαι καλά, πήρε και το κρατικό βραβείο. Το βιογραφικό του Ρούσσου με εντυπωσίασε: περίπου 20 βιβλία, ποίηση και πεζογραφία, και πολλές μετφράσεις. Αν όμως ο Φιλίππου μου προκάλεσε εκνευρισμό, το τι βρήκα στου Ρούσσου το βιβλίο μου προκάλεσε οργή.

Τα αμαρτήματα ξεκινάν μόλις στην τρίτη σελίδα (σελ. 14):

“Να δεις που θα βρέξει”, είπε ο δάσκαλος πίνοντας λίγο απ’τον καφέ του.

Πώς γίνεται να μιλάει και να πίνει κάποιος ταυτόχρονα;

“Όχι ακόμη. Σε λίγες μέρες, όταν θ’αρχίσουν οι νοτιάδες. Αλλά, ό,τι και να γίνει, θα ζεστάνει κι ο καιρός. Μπαίνουμε στην άνοιξη πια”, τον διόρθωσε ο θεολόγος.

Είναι προφανές ότι τον διόρθωσε ο θεολόγος. Δε χρειάζεται να μας το πει.

Ύστερα η συζήτηση πήγε σε πολλά και διάφορα, για να καταλήξει στο μοναδικό θέμα που από το περασμένο φθινόπωρο κέντριζε την σκέψη και την φαντασία όλων: στον ένοικο του πέτρινου σπιτιού.”Είναι σαν πραγματικός ερημίτης”, είπε ο θεολόγος, “κι οι περισσότεροι ερημίτες βρισκονται κοντά στην αγιότητα ή καταλήγουν αργά ή γρήγορα σ’αυτήν”.

Ο δικηγόρος χαμογέλασε:

“Σε παρακαλώ, μην περιορίζεις το θέμα”.

“Γιατί το περιορίζω;”

“Γιατί το πας αμέσως σε θρησκευτικές περιοχές”.

“Δεν το πηγαίνω εγώ, μόνο του πηγαίνει”.

“Ας μιλήσουμε πρώτα γενικά για το θέμα κι αν η κουβέντα το οδηγήσει στην θρησκευτική του εκδοχή, τότε το αναλύουμε”.

Ο θεολόγος επέμεινε:

“Είπα την άποψή μου. Περιμένω ν’ακούσω τις δικές σας”.

Επέμεινε. Πάλι προφανές. Οι πράξεις και τα λόγια τους αρκούν.

“Η αγιότητα προϋποθέτει αγνότητα, κι αυτός βέβαια δεν έιναι και τόσο αγνός”, σχολίασε ουδέτερα ο συνταξιούχος.

Δε χρειάζεται το “σχολίασε” — πάλι προφανές είναι. Αλλά πώς “ουδέτερα”; Δε μου λεει τίποτα το επίρρημα. Δε δημιουργεί καμία είκονα στο μυαλό.

“Πώς μπορείς να το ξέρεις αυτό;” ρώτησε ο δάσκαλος.

Πάλι, αφού υπάρχει ερωτηματικό, είναι προφανές ότι ρώτησε. Φτάνει το “είπε”.

“Δεν το ξέρω, το συμπεραίνω. Είναι πενηντάρης, κι όπως λεει ο κόσμος, πλούσιος και κοσμογυρισμένος. Έχει ζήσει δηλαδή την ζωή του στα γεμάτα”.”Και πήγε στην άγρια ερημιά για ποιο λόγο;” παρενέβη ο Αργύρης Δομέστιχος.

Δε βλέπω καμία παρέμβαση. Ο Ρούσσος μάλλον δε βλέπει λόγο να μας δείξει παρέμβαση. Είναι συγγραφέας ο κύριος, και ό,τι πει δεν αμφιβάλλεται.

“Υπάρχουν ένα σωρό αιτίες”, απάντησε ο Βαλμάς. “Ας πούμε ότι είναι εκκεντρικός ή ότι θέλει να ξεπεράσει κάποια μεγάλη απογοήτευση ή ότι βαρέθηκε την ζωή που έκανε ως τώρα ή ότι ξαφνικά του αρέσει η μοναξιά και τα λοιπά”.”Ή ότι ξύπνησε ξαφνικά μέσα του ο Θεός”, συμπλήρωσε ο Γιάννης Ιωακείμ.

Προφανές και περιττό το “συμπλήρωσε”.

“Να μην περιπλακούμε τώρα σε εικασίες που δεν οδηγούν πουθενά”, μπήκε στη μέση ο Δημήτρης Αποστόλου. “Δεν έχουμε γεγονότα για να κρίνουμε βάσει αυτών”.”Αλλά τι έχουμε δηλαδή;” έκανε με αφέλεια ο δάσκαλος.

Πώς; Αυτή η αφέλεια δεν αξίζει τη προσοχή μας; Δεν θάπρεπε ο Ρούσσος να μας δώσει μια εικόνα, να μας δείξει την αφέλεια; Γιατί να αρκεί μόνο να μας λεει ότι υπάρχει;

“Αυτά που λεει ο κόσμος όλο τον χειμώνα, τις διαδόσεις για παράξενα κι απίστευτα περιστατικά που τον αφορούν. Μπορούμε όμως να βασιστούμε σε υπερβολές και σε φαντασιώδεις φήμες;””Όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά”, απάντησε ο δάσκαλος λίγο αφηρημένος, με το μυαλό του αλλού. Θυμήθηκε ότι δεν τάισε το αγαπημένο του καναρίνι το μεσημέρι.

Αν τυχόν δε καταλάβαμε τι σημαίνει “λίγο αφηρημένος”, μας το εξηγεί με το απόλυτα περιττό “με το μυαλό του αλλού”. Και αφού μας δείχνει πού είναι το μυαλό του (στο καναρίνι του) δε χρειάστηκε να μας πει ούτε μια φορά πως ήταν αλλού.

Ο συνταξιούχος τον κοίταξε:”Ωραία. Ας πάρουμε αυτές τις διαδόσεις ως πιθανές αλήθειες. Τι μας λένε; Ότι αυτός ο άνθρωπος διαθέτει κάποιο είδος δύναμης”.

“Αυτό ήθελα να πω κι εγώ προηγουμένως, αλλά δεν πρόλαβα, δεν μ’αφήσατε να ολοκληρώσω τον συλλογισμό μου”.

“Τι ήθελες να πεις ακριβώς;” τον ρώτησε ο δικηγόρος ειρωνικά.

Ό,τι είπα για το “με αφέλεια” ισχύει κι εδώ. Πώς ειρωνικά; Γιατί ειρωνικά; Θέλω μια εικόνα.

“Θά έλεγα ότι αγιότητα προϋποθέτει αγνότητα κι αυτή με την σειρά της παράγει δύναμη. Φαίνεται απ’όσα λεει ο κόσμος, ότι αυτός στο πέτρινο σπίτι έχει κάποια δύναμη”.”Δεν μπορούμε ωστόσο να τον πούμε ερημίτη ή ό,τι άλλο σχετικό”, διαφώνησε ο Βαλμάς.

Προφανές. Περιττό.

“Με λίγους μήνες στην ερημιά δεν γίνεται κανείς ασκητής, δηλαδή δεν αποκτά ιδιότητες σαν αυτές που του αποδίδουν”.”Όταν είσαι συνεχώς μόνος μέσα στην φύση, αρχίζεις και την προσέχεις, την ακούς, την καταλαβαίνεις, κατανοείς πολύ καλύτερα τον κόσμο”, είπε ο θεολόγος.

“Αυτό δεν σε προικίζει απαραίτητα με δύναμη. Δηλαδή αν πήγαινες κι εσύ εκεί πάνω στην ερημιά και καθόσουν μερικούς μήνες, θα γινόσουν ερημίτης και θ’αποκτούσες δύναμη;”

“Δεν ξέρω, μπορεί”, απάντησε ο Δομέστιχος με ύφος παράξενο.

Πώς; Γιατί; Πιο συγκεκριμένα;

Ο δικηγόρος τον κοίταξε και περιορίστηκε να κουνήσει το κεφάλι του διφορούμενα.

Τα καταραμένα επιρρήματα! Πώς διαφορούμενα; Ναι ή όχι δηλαδή; Και τα δυο; Πρέπει ο συγγραφέας να περιγράψει πώς κουνάει κάποιος το κεφάλι. Αν δεν αξίζει το κόπο, δεν υπάρχει λόγος να εφιστεί την προσοχή μας στο γεγονός.

“Το θέμα της συζήτησής μας δεν είναι αυτό, αλλά τι άνθρωπος είναι αυτός εκεί πάνω”, μπήκε στην μέση ο Αποστόλου.”Μα πρόκειται για άνθρωπο ή …” αναρωτήθηκε ο δάσκαλος χαμογελώντας σαρδόνια. “Εγώ δεν είμαι και πολύ βέβαιος με τόσα που λέγονται γι’αυτόν”.

Όλοι γέλασαν, εκτός από τον συνταξιούχο, που κοίταξε προς το μέρος του σαν ξαφνιασμένος και σχολίασε:

Σαν; Είναι ή δεν είναι ξαφνιασμένος; Γιατί ο αφηγητής, που άλλωστε ξέρει τις σκέψεις του ενός για το καναρίνι του, δε μπορεί να μας πει εδώ κάτι τόσο απλό;

“Έχεις απρόσμενο χιούμορ, Γιάννη, αλλά τώρα μιλάμε σοβαρά”.Επικράτησε για λίγο σιωπή αμηχανίας. Ο δάσκαλος άναψε τσιγάρο. Ο νους του πήγε πάλι στο καναρίνι του. Δεν πιστεύω να πάθει τίποτα νηστικό τόσες ώρες, σκεφτηκε ανήσυχος.

Εκείνη την στιγμή άνοιξε τρίζοντας — πάντα έτριζε — η πόρτα του καφενείου και μπήκε ένας άγνωστος με φωτεινά μάτια, λιγνός, γύρω στα πενήντα. Χωρίς να χαιρετήσει κανέναν, πήγε και κάθισε στο τραπεζάκι της γωνιάς και παράγγειλε ένα ζεστό τσάι. Και οι τέσσερις της συντροφιάς τον παρακολούθησαν σιωπηλοί και με κάποια ανεξήγητη ανησυχία. Ο ξένος σού δημιουργούσε μια φευγαλέα αίσθηση μυστηρίου.

Όχι για τους αναγνώστες πάντως. Αλλά, αν τη δημιουργούσε, είναι λογικό να πούμε ότι η ανησυχία είναι ανεξήγητη;

Σώπασε κι έπειτα στράφηκε στον δάσκαλο, που βρισκόταν στην άκρη της συντροφιας.”Μην ανησυχείς, το καναρίνι σου είναι καλά”, του είπε με αδιόρατη ειρωνεία.

Αδιόρατη ειρωνεία;! Μα τι είναι αυτή; Πώς να τη φανταστώ;

Ως εδώ πια! Ο συγγραφέας μας προσβάλλει. Είτε μας λεει αυτά που είναι αυτονόητα, είτε μας βάζει σε θέση να φανταστούμε μόνοι μας αυτά που βαριέται ο ίδιος να μας περιγράψει. Σαν αναγνώστης είμαι έτοιμος να δώσω προσοχή, αλλά πρέπει και ο συγγραφέας να μπει στο κόπο και να γράψει.

Read Full Post »