Feeds:
Posts
Comments

Archive for May 8th, 2005

Βράδυ Παρασκευή, πηγαίναμε με τη Ν. να φάμε στη Φωκίωνος Νέγρη, κι όπως περνάγαμε τη Σπετσών, θυμήθηκα ότι το σπίτι του Νίκου Γκάτσου βρισκόταν εκεί, στο 101. Την έπεισα να πάμε λίγο πιο πάνω να το δω. Μικρό προσκύνημα, ας πούμε.

Τα παλιά τα σπίτια τα κλεισμένα
πάντα κρύβουν κάτι και για μένα,
πράγματα γνωστά, πράγματα πιστά,
πράγματα ζεστά κι αγαπημένα,
πράγματα γνώστα, πράγματα πιστά,
πράγματα ζεστά, λησμονημένα.

Μονοκατοικία είναι, μιά απ’ τις λίγες που έχουν απομείνει στην Κυψέλη. Το βρήκα όμως εντελώς εγκαταλειμένο, με graffiti σ’ ένα τοίχο, στη γωνιά ένα κάδο για μπάζα, και τσουβάλια με γύψο στο πεζοδρόμιο. Η πόρτα ήταν κλεισμένη με λουκέτο κι αλυσίδα περασμένη απ’ το σπασμένο παράθυρο. Όπως πλησιάζαμε, η Ν. έκανε πίσω.

“Πήγαινε εσύ,” μου είπε. “Εγώ δε πλησιάζω.”

Έμοιαζε να είχε γίνει κάποτε κατάληψη. Μέσα βρομούσε από σκατά, και η μπόχα έφτανε μέχρι το δρόμο. Όποιος τό ‘χε χρησιμοποιήσει δεν άντεξε πια κι έφυγε. Κοίταξα γρήγορα να δω τουλάχιστον αν υπήρχε ακόμα τ’ όνομά του στο κουδούνι, αλλά ούτε κουδούνι δεν υπήρχε.

Νύχτα των Παθών που βγαίναν τ’ άστρα
σώπαινει του κήπου η κουκουβάγια,
κι άπ’ τις γειτονιές μυροφόρες νιές
ράντιζαν το πέλαγο με βάγια,
κι άπ’ τις γειτονιές μυροφόρες νιές
άναβαν λαμπάδες στα μουράγια.

Ο Γκάτσος πέθανε το 1992, αν θυμάμαι καλά. Δε θα φανταζόμουν ποτέ ότι θα μπορούσε να ρημάξει τόσο γρήγορα ένα σπίτι. Θά ‘λεγες ήταν εγκαταλειμένο εδώ και τριάντα χρόνια.

Χρόνε νυχτοπούλι παγερό
κόβεις με μαχαίρι τον καιρό,
γρήγορα πετάς, πίσω δε κοιτάς
τον απάνω κόσμο το μεγάλο.
Χρόνε παραμύθι λαμπερό,
σμίγεις τη φωτιά με το νερό,
γρήγορα περνάς, πίσω δε γυρνάς,
πίκρα μας κερνάς και τίποτ’ άλλο.

“Δε καταλαβαίνω,” της είπα της Ν. “Η Αγαθή Δημητρούκα [σύντροφος του Γκάτσου] πρέπει να ήταν κληρονόμος του. Γιατί ν’ αφήσει το σπίτι έτσι;”

“Ποιός ξέρει,” μου είπε. “Μπορεί να το άφησε αλλού και δεν έχουν λεφτά να το διατηρήσουν.”

Είδα όνειρο αυτή τη νύχτα ότι βρέθηκα πάλι μπροστά στο σπίτι, και στο πεζοδρόμιο βρήκα τρεις πλάκες χάλκινες, αυτές που λένε ότι ο τάδε έμενε εδώ. Η Δημητρούκα στεκόταν δίπλα, κι εγώ τις πήρα και τις έκρυψα κάτω απ’ το μπουφάν μου.

Προσκύνημα αν θέλω να κάνω τώρα, θα πρέπει να παω στο νεκροταφείο της Ασέας, στην Αρκαδία, ν’ ανάψω κάνα κερί.


Ένα απ’ τα αγαπημένα μου τραγούδια του Γκάτσου, από το τελευταίο του δίσκο, που έκανε με τον Ξαρχάκο, Τα Κατά Μάρκον.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ
Σκοτεινό το τραγούδι που θα πω
τα συντρίμμια του τόπου μου πατώ.
Χαμένα αδέρφια μου, ίσκιοι λαβωμένοι
χαμένη Ελλάδα, παντού σ’ αναζητώ.

Των Κυκλάδων σταμάτησε ο χορός
πετρωμένο το κύμα κι ο καιρός.
Πάνω απ’ τις μνήμες μάρμαρα σπασμένα
πάνω απ’ τις στέγες ο άνεμος σκληρός.

Παγερέ του αιώνα μου βοριά
πού τα πήγες τ’ αφτέρουγα παιδιά;
Τα πήρε ο ύπνος σε άχραντη πατρίδα
τα πήρε η νύχτα στη μαύρη της καρδιά.

Της ζωής ποιός γνωρίζει το σκοπό.
Το σκουλήκι τσακίζει τον καρπό.
Χαμένα αδέρφια, δείχτε μου ένα δρόμο
χαμένη Ελλάδα, την πόρτα σου χτυπώ.


Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.


Υ.Γ. (12 Οκτ. 05)
Πέρασα τη Κύριακή πάλι απ’ τη Σπετσών, ημέρα αυτή τη φορά, και είπα να περάσω πάλι να το δω το σπίτι, αλλά δε το βρήκα. Δεν υπάρχει πια. Μόνο ένα άδειο οικόπεδο. Ήθελα να γυρίσω ξανά να το φωτογραφίσω, αλλά δε πρόλαβα.

Read Full Post »