Feeds:
Posts
Comments

Archive for April 9th, 2005

Μπήκα μες στο παρεκκλήσι, άναψα ένα κερί. Παρόλο που δεν είμαι καθόλου θρήσκος, έκανα όπως είδα να κάνουν όλοι οι άλλοι. Έκανα το σταυρό μου, έσκυψα και φίλησα το φέρετρο και μετά την εικόνα. Από σεβασμό για τους συγγενείς που κάθονταν δίπλα. Ήθελα να μείνω λίγο, αλλά ντράπηκα.

Έξω στη γωνία, από το εστιατόριο “Ιθάκη” ακουγόταν σιγά σιγά το “Δόξα τω Θεώ”.

* * * * *

Από μικρό παιδί είχα στενή προσωπική σχέση με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Μόλις τριών ετών άκουγα τη μουσική του. Ήρθε ένας ανηψιός της γιαγιάς μου στον Καναδά μετανάστης. Μέχρι να βρει δουλειά και σπίτι, έμενε μαζί με τη γιαγιά και τον παππού. Τα χρόνια εκείνα δούλευε κι η μάνα μου και το πρωί μ’ άφηναν εκεί, να με φυλάει η γιαγιά. Μου σύστησαν τον ανηψιό – λεγόταν Γρηγόρης.

“Μπιθικώτσης;” είπα εγώ.

Γέλασαν και μου είπαν ναι. Και βέβαια δεν υπήρχε λόγος να το αμφιβάλλω. Έτσι για ένα διάστημα στα παιδικά μου χρόνια ζούσα δίπλα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Τραγουδούσαμε μαζί το “Ρολόι-Κομπολόι”, κι όταν φτάναμε στο

να μετράω τους καημούς
και τους αναστεναγμούς

αναστέναζα κι εγώ.

* * * * *

Το 1987 ανακάλυψα ξανά την ελληνική μουσική, που είχα χρόνια ξεχάσει, και ξαναβρήκα τον Γρηγόρη. Σιγά σιγά, ανακάλυψα ξανά και την Ελλάδα και τη πρώτη μου γλώσσα, αν και δεν ήταν πια η μητρική μου. Έμαθα τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Γκάτσο, τον Ρίτσο, τον Παπαδόπουλο, και άλλους ποιητές. Αποφάσισα και να γυρίσω στη χώρα που άφησε ο πατέρας μου στα δέκα του χρόνια. (Η μάνα μου, ελληνίδα κι αυτή, γεννήθηκε στον Καναδά.)

Μια μέρα σ’ ένα δισκοπωλείο στην ελληνική συνοικία του Τορόντο βρήκα ένα βίντεο με τη συναυλία που έδωσε το 1983 ο Γρηγόρης σαν αποχαιρετισμό. Διήθυνε ο Σταύρος Ξαρχάκος στο Ολυμπιακό Στάδιο. Η φωνή του είχε πέσει, είχε χάσει τη δύναμή της. Λυπήθηκα.

* * * * *

Το Νοέμβρη του 1991 έμαθα ότι ερχόταν στο Τορόντο να τραγουδήσει για μερικές βραδιές σ’ ένα καινούργιο μαγαζί. Είπα να παω να τον δω. Δε μ’ ένοιαζε πως δεν τραγουδούσε πια όπως παλιά. Ήθελα να πω ότι μια φορά στη ζωή μου τον είδα και τον άκουσα.

Ο πατέρας μου κάπως κατάφερε τη τελευταία στιγμή να μας βρει τραπέζι μπροστά στην πίστα. Τη στιγμή που βγήκε ο Γρηγόρης μετακομίσαμε όλοι μας στο άλλο τραπέζι. Μας φέραν τα πιάτα και τα κρασιά από εκεί που καθόμασταν πριν.

Εκείνη τη βραδιά, όμως, έγινε το απίστευτο. Βγήκε ο Μπιθικώτσης, και ίσως επειδή ήταν ο χώρος κλειστός και αρκετά μικρός, τραγούδησε πολύ ωραία. Εμείς τα χάσαμε. Τρελαθήκαμε. Μετά από κάθε τραγούδι χειροκροτούσαμε όρθιοι. Μας κοίταζε και μας ευχαριστούσε.

Κάποια στιγμή, όταν κάποιος φώναξε μια παραγγελία, σήκωσε τους ώμους του λίγο, έδειξε το λαιμό του σαν να λέει, “Δε μου βγαίνει πια.”

Όταν τελείωσε και κατέβηκε, τραβήξαμε μια φωτογραφία μαζί του εγώ με τους γονείς μου. Μετά ανέβηκα στη πίστα και πήρα το ποτήρι του σαν ενθύμιο. Το έχω ακόμα, και τη φωτογραφία.

* * * * *

Την Πέμπτη άκουγα την εκπομπή “Ποτέ απ’ τη ποταμιά δε λείπει η πρασινάδα” στο τρίτο πρόγραμμα, και παίζανε τη θρυλική συναυλία στο Κεντρικόν που έγινε το 1961. Δε πίστευα στα αυτιά μου. Δεν ήξερα ότι είχε ηχογραφηθεί.

(Κατά σύμπτωση, την Πέμπτη πέθανε, το απόγευμα, ίσως την ώρα της εκπομπής.)

Ο ίδιος διηγείται:

Όλα αυτά έγιναν στις 18 Μάρτη 1961, ημέρα Δευτέρα. Ο Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα και ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα είχαν μεγαλύτερο θάρρος από μένα. Για τη συναυλία στο Κεντρικόν, κάναμε πρόβες στην πλατεία Κολοκτρώνη, πίσω από το άγαλμα. Όσο κάναμε πρόβες και μέχρι να φθάσει εκείνη η πολυπόθητη Δευτέρα για να δώσουμε τη συναυλία, εμένα δεν μ’ έπιανε ο ύπνος. Δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Πήγαινα στο μαγαζί, τραγουδούσα το βράδυ, πήγαινα την ημέρα κι έκανα πρόβες για τη συναυλία, έγραφαν οι εφημερίδες, έλεγαν τα ραδιόφωνα κι εγώ κόντευα να πεθάνω από την αγωνία μου. Είχα ήδη ένα τρακ, ένα σοκ, όπως θέλετε πάρτε το.Μέσα μου, κάτι μου έλεγε να μην πάω στη συναυλία. Όχι γιατί θα συμμετείχαν μαζί μου ο Χιώτης, η Λίντα, ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα, αλλά μου είχε κολλήσει έτσι. Έλεγα πώς θα θυμηθώ τα λόγια, πώς θα μου έρθει η μελωδία που θα είμαι ανάμεσα στην κρατική ορχήστρα που θα διευθύνει ο Μίκης, που θα είναι ο Μάνος Χατζιδάκις, αυτός ο μεγάλος Χατζιδάκις, με το τραγούδι “Είμαι αητός χωρίς φτερά”. Ο “Αητός” ήταν καινούργιο τραγούδι. Την πρώτη εκτέλεσή του θα την έκανα με την κρατική ορχήστρα και διεύθυνση Μίκη Θεοδωράκη στο Κεντρικόν.

Τελικά, εκεί που κάναμε πρόβες – πρόβες κάναμε και σ’ ένα καφενείο δίπλα στο Μουσείο – ο Μανόλης Χιώτης με τον Στέλιο Καζαντζίδη αποφάσισαν να στρίψουν ένα νόμισμα. Αν ερχόταν κορόνα, θα έμπαιναν μπροστά στη διαφήμιση ο Μανόλης Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα, αν ερχόταν γράμματα θα έμπαιναν τα ονόματα του Στέλιου Καζαντζίδη και της Μαρινέλλας. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, ήμουν τρίτος. Αυτό που απασχολούσε, όμως, ήταν το τρακ που είχα. Τελικά, μια εβδομάδα πριν, δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ότι τη Δευτέρα θα πραγματοποιηθεί η μεγάλη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη με τον “Επιτάφιο” στο Κεντρικόν. Στο πιάνο ο Μάνος Χατζιδάκις. Τραγουδούν: Μανόλης Χιώτης-Μαίρη Λίντα, Στέλιος Καζαντζίδης-Μαρινέλλα και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Τι θα γίνει τώρα μέχρι να έρθει η Δευτέρα; Μέρες και νύχτες περνούσαν βασανιστικές. Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή. Από τα ξημερώματα της Δευτέρας, έτρεμα από αϋπνία και αγωνία. Όταν σουρούπωσε, πήγα κι εγώ στο Κεντρικόν. Μπήκα κρυφά από την πίσω πόρτα στα καμαρίνια. Είχα ιδρώσει.

Αρχίζει η συναυλία. Παίζει ένα σόλο ο Χιώτης με την κρατική ορχήστρα που διήθυνε ο Θεοδωράκης. Έπαιξε τη “Μαργαρίτα-Μαργαρώ”. Όταν τέλειωσε αυτό, έπεσε πολύ χειροκρότημα, γιατί ο κόσμος ήταν πάρα πολύς. Ο Χιώτης έχει να πει 5-6 τραγούδια με τη Μαίρη Λίντα. Εγώ ψάχνω να βρω τον Καζαντζίδη και τον ανακαλύπτω να κάθεται κάτω από τη σκηνή. “Γιατί είσαι εδώ, Στέλιο;” τον ρωτάω. “Για ν’ ακούσω καλύτερα” μου απαντάει. Του ξαναλέω: “Φάλτσο δεν έπαιξε λιγάκι ο Μανόλης Χιώτης τη ‘Μαργαρίτα-Μαργαρώ’ με το μπουζούκι;” “Ναι” μου λέει “δεν πειράζει, δεν βαριέσαι… Χιώτης είναι αυτός.” Τον είδα και τον Στέλιο κάπως τρακαρισμένο και του λέω: “Τι έχεις; Τρακ;” Μου λέει: “Όχι. Γιατί, εσύ τι έχεις; Τρακ;” Του λέω: “Ναι, ρε γαμώτο. Δεν θέλω να τραγουδήσω.” “Δεν γίνεται” μου λέει. “Δεν ντρέπεσαι που δεν θέλεις να τραγουδήσεις; Θα τραγουδήσεις και θα τα πεις ωραία. Μήπως πρώτη φορά θα τραγουδήσεις μπροστά σε κοινό, μπροστά σε κόσμο;” Το θέατρο ήταν γεμάτο. Στις πρώτες θέσεις κάθονταν υπουργοί της τότε κυβέρνησης Καραμανλή και ο Γεώργιος Παπανδρέου, αρχηγός της Ένωσης Κέντρου, και βουλευτές της Αριστεράς. Τελειώνει ο Μανόλης Χιώτης. Το χειροκρότημα ήταν ασταμάτατο. Η Μαίρη Λίντα τα ερμήνευσε πολύ ωραία τα τραγούδια της.

Ήρθε μετά η σειρά του Στέλιου Καζαντζίδη. Ανέβηκε ο Στέλιος στη σκηνή και τραγούδησε το “Βράχο βράχο τον καημό μου”, το “Σαββατόβραδο”, το “‘Εχω μια αγάπη” και άλλα τραγούδια του Θεοδωράκη. Αποθέωση, χειροκροτήματα. Κι ύστερα η δική μου σειρά. Έπρεπε να βγω να τραγουδήσω, αλλά ένιωθα ράκος. Είχα πάθει μεγάλο τρακ. Βγήκα έξω κι άρχισαν να μου ρίχνουν λουλουδάκια, που τα είχαν κάτω από τα καθίσματα του θεάτρου. Τα λουλούδια, εκείνη τη στιγμή, ήταν κάτι εντελώς καινούργιο για τα δεδομένα της λαϊκής μουσικής με τον Μίκη Θεοδωράκη. Σκέφθηκα ότι έπρεπε να πω το “Είμαι αητός χωρίς φτερά” του Χατζιδάκι. Και άρχισαν πάλι να μου πετούν λουλούδια. Με πλημμύρισαν μέχρι το λαιμό. Γέμισαν όλη τη σκηνή και την ορχήστρα με λουλούδια. Είχα μεγάλη χαρά εκείνη την ώρα. Μέχρι να μαζέψουν τα λουλούδια μέσα σε δυο τρία λεπτά, εγώ ετοιμαζόμουν για να ξεκινήσω. Και άρχισα να τραγουδώ. Ο Μίκης σηκώνει τα χέρια ψηλά κι εγώ έβγαλα τα πρώτα λόγια από το “Ροδόσταμο”:

Στον άλλο κόσμο που θα πας,
κοίτα μη γίνεις σύννεφο…

Η ορχήστρα παίζει. Έχει δώσει σήμα ο Μίκης κουνώντας τα χέρια του: πουμ, παμ, πουμ, παμ, πουμ, παμ. Εγώ δε μπαίνω στο τραγούδι. Κάποια φορά, μπαίνω και λέω: “Στον ά…” Σταμάτησα. Έχασα τα λόγια μου και λέω: “Με συγχωρείτε, έχω τρακ, δεν μπορώ να συνεχίσω”. Χειροκροτήματα, κακό. Ιδρωμένος, γύρισα πίσω στο καμαρίνι. Ωστόσο, το πρόγραμμα συνεχίστηκε, αφού ο Μίκης Θεοδωράκης είπε ο ίδιος τα τραγούδια που επρόκειτο να τραγουδήσω εγώ.

Στο μεταξύ, μέσα στα καμαρίνια ήταν αρκετοί ηθοποιοί: Χορν, Βουγιουκλάκη, Αλεξανδράκης, Κοντού και η Ειρήνη Παπά. Μου λέει ο Αλεξανδράκης: “‘Ακου να δεις, κι εγώ έχω πάθει αυτό το τρακ”. Ανοίγει σπιρτόκουτο και είχε μέσα κάτι χάπια. Πήρα ένα, ήπια κι ένα ποτήρι και συνήλθα, μου πέρασε το τρακ.* Όταν ο Μίκης τελείωσε τα τραγούδια, ανέβηκα και πάλι στη σκηνή. Πρώτα πρώτα, είπα τον “Αητό” του Χατζιδάκι. Χειροκροτήματα και λουλούδια. Είπα ολόκληρο το πρόγραμμά μου, τη “Μαργαρίτα-Μαργαρώ” και τον “Επιτάφιο” του Γιάννη Ρίτσου.

Στην πραγματικότητα, κατάφερε να πει τη πρώτη στροφή ολόκληρη. Έτρεμε όμως η φωνή του. Παρολαυτά, ήταν γλυκειά όπως πάντα.

* * * * *

Τρεις φορές τον είδα – στον Καναδά, σε μια πλατεία του Ζωγράφου που τραγούδησε μια βραδιά με το γιο του, και στο αφιέρωμα που έγινε το 2002 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

Στο τέλος της συναυλίας ανέβηκε στη σκηνή. Του ζητήσανε να πει ένα τραγούδι απ’ το Άξιον Εστί. Ξεκίνησε η ορχήστρα. Πήρε το μικρόφωνο αλλά είπε, “Θέλω να πώ το ‘Βοτανικό’ μου!’ Είπε μια στροφή, η φωνή του ήταν αδύναμη, κι εγώ δάκρυσα. Όχι από λύπη αυτή τη φορά, αλλά από χαρά – τη χαρά που μοιραστήκαμε όλοι μας, και που ένιωθε ο ίδιος, που τιμήθηκε έτσι στα ογδόντα του. Και δάκρυσα ειδικά όταν τον είδα να δίνει το μικρόφωνο στον διπλανό του και να αρχίζει να χορεύει ένα ζεϊμπέκικο, άψογα, με τόση λεβεντιά που θά ‘λεγες ήταν ακόμα πενήντα χρόνια νεότερος.

Αντίο, Γρηγόρη.

___________________________________

*Όπως είπε ο Αλεξανδράκης, αλλά και ο ίδιος ο Μπιθικώτσης στο παρελθόν, το “χάπι” δεν ήταν παρά ένα ψίχουλο ψωμί. Ένα placebo.

Read Full Post »