Feeds:
Posts
Comments

Archive for March 16th, 2005

Μιά μέρα μου τηλεφώνησε ο Μαλαμόπουλος. Ένας επιχειρηματίας, που είχε μιά από τις καλύτερες ταβέρνες της Αθήνας. Την “Εμπατή”. Με δυό τζάκια, με φλοκάτες και χαλιά. Με ρώτησε αν ήθελα να δουλέψω στην ταβέρνα του. Δέχτηκα και κλείσαμε μια συνάντηση για την άλλη μέρα στη Φωκίωνος Νέγρη, σ’ένα ουζερί, για να μιλήσουμε σχετικά με τη δουλειά.

Το σπίτι μας ήταν δέκα λεπτά με τα πόδια πιο πάνω από τη Φωκίωνος Νέγρη. Την άλλη μέρα, καθώς κατέβαινα για τη συνάντησή μας, σκεφτόμουν τι να του ζητήσω για μεροκάματο. Συνήθως έπαιρνα σαν πιανίστας διακόσιες δραχμές τότε, παρόλο που είχα κι ένα μικρό όνομα σαν συνθέτης. Έλεγα λοιπόν να του ζητήσω 250 δραχμές, γιατί και οι απαιτήσεις της δουλειάς ήταν περισσότερες σε μια τέτοια ταβέρνα, αλλά και κάτι ακόμα. Με τις συμφωνίες για το μεροκάματο δεν τα κατάφερνα, ντρεπόμουν και όλο ριγμένος ήμουν.

Έτσι έφτασα στο ουζερί, με την απόφαση να διεκδικήσω ένα καλό μεροκάματο. Καθήσαμε και ο Ηλίας παράγγειλε ούζο και μεζεδάκια. Ήταν μεσημεράκι κι αρχίσαμε να συζητάμε. Λέγαμε πόσους μουσικούς θά ‘παιρνα ακόμα, πόσους τραγουδιστές κτλ.

Μέσα σε μιά ώρα, και καθώς ήμουν αμάθητος με το ποτό, το ούζο με χτύπησε κατευθείαν στο κεφάλι. Έπι πλέον μού ‘φερε και μιά ευεξία και, καθώς πλησίαζε η ώρα για την αμοιβή μου, εγώ από μέσα μου ανέβαζε το ποσόν. Έλεγα, θα του ζητήσω 300 δραχμές. Σε λίγο η ευεξία μου ανέβηκε πιο πολύ, κι εγώ ανέβασα πάλι το ποσό. Θα του πω 350 δραχμές κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Στο κάτω-κάτω, μιά ζωή όλο ριγμένος θά ‘μαι;

Έτσι, όταν ήρθε η ώρα που με ρώτησε για την αμοιβή μου, πήρα μιά βαθιά ανάσα και του είπα. “Η αμοιβή μου, Ηλία, είναι τετρακόσιες δραχμές”. “Εντάξει, Σταύρο”, μου είπε και δώσαμε τα χέρια.

Εκείνη τη μέρα είχαμε γιορτή με την Αιμιλία. Τέτοιο μεροκάματο ούτε στον ύπνο μου το είδα.

Σε δέκα μέρες κάναμε έναρξη με επιτυχία και μετά από ένα μήνα έπρεπε να κλείσεις μιά βδομάδα πιο μπροστά, για να βρεις τραπέζι.

Ήταν και η εποχή που κυκλοφορούσε το “Εικοσιένα”.

Πέρασαν δυό-τρεις μήνες και μιά μέρα συνάντησα έναν τραγουδιστή που δούλευε σ’ένα από τα καλά μαγαζιά, σαν δεύτερο όνομα. Καθώς μιλούσαμε, κάποια στιγμή μου λέει: “Τη μέρα που έκλεισες στην ‘Εμπατή’, το βράδυ πέρασε ο Ηλίας από το μαγαζί μας και, πάνω στην κουβέντα, μας είπε, ‘Έκλεισα τον Κουγιουμτζή, αλλά, αν ξέρετε, με ποσό;’ Εμείς απαντήσαμε περίπου. Κανένα χιλιάρικο; ‘Ρε σεις, με τετρακόσιες δραχμές τον έκλεισα’, μας είπε, τρίβοντας τα χέρια του χαρούμενος”. Τότε κατάλαβα πως με τα οικονομικά ήμουν μανούλα. Γι’ αυτό θα σας πω ακόμα ένα παρόμοιο περιστατικό, που είναι πολύ αστείο.

Ένα βράδυ, μου λέει ο Ηλίας. Ήταν Μάιος και σε καμιά εβδομάδα τελείωνε η χειμερινή σαιζόν. “Σταύρο, ένας φίλος μου, πολύ καλό παιδί, πατριωτάκι σου, έχει ένα καλοκαιρινό μαγαζί στη Θεσσαλονίκη και θά ‘θελε να κάνεις εκεί κάθε Κυριακή μια συναυλία, τι λες;” Δε θέλω, ρε Ηλία, του είπα. Θέλω να κάτσω να γράψω. Και περισσότερο για να ξεμπερδέψω παρά για να πάω, του είπα ένα υπερβολικό ποσό. Εκτός, του λέω, αν δίνει πέντε χιλιάδες για κάθε συναυλία, έ τότε πάω. “Τι λες, ρε μαλάκα,” μου λέει ο Ηλίας, “αυτός με παρακάλεσε να σε πείσω να δεχτείς με δέκα χιλιάδες και συ μου μιλάς για πέντε;” Ρε γαμώτο, είπα από μέσα μου, δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μ’αυτούς τους ανθρώπους.

* * * * *

Άφησα τα παλιά και του είπα: “Μάρκο, γεράσαμε.” Ήταν κάπως συνεσταλμένος, γιατί με περνούσε για ανώτερό του, όπως σας είπα. Τώρα μάλιστα που έγραφα και τραγούδια, σαν να με ντρεπόταν λιγάκι. Όταν όμως είδε τη δική μου φιλική διάθεση, σιγά-σιγά άλλαξε κι αυτός διάθεση. Άρχισε να μου μιλάει για διάφορα. Δούλευε σ’ένα καμπαρέ στο Βαρδάμι, μου είπε. Η γυναίκα του τον είχε χωρίσει. Ύστερα άρχισε να μου λέει για τα τραγούδια μου, ποια του αρέσουν και ποια δεν του αρέσουν. Ιδιαίτερα αγαπούσε το “Κάπου Νυχτώνει”. Αφού είπαμε κι άλλα πολλά, πριν χωρίσουμε μου έκανε πάλι, όπως παλιά, μιά ερώτηση. “Άραγες πονάει η ψυχή, όταν βγαίνει;” “Πού να ξέρω, ρε Μάρκο,” του είπα, και σέ λίγο χωρίσαμε. Τις προάλλες, τον είδα στον ύπνο μου. Με κοίταξε αμίλητος. Τώρα, Μάρκο, εσύ πρέπει να ξέρεις αν πονάει η ψυχή, όταν βγαίνει.

από Ανοιχτά Παράθυρα με Κλειστά Παντζούρια του Σταύρου Κουγιουμτζή, εκδόσεις ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ

Read Full Post »